πλεκτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλεκτός πλεκτή πλεκτό
γενική πλεκτού πλεκτής πλεκτού
αιτιατική πλεκτό πλεκτή πλεκτό
κλητική πλεκτέ πλεκτή πλεκτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλεκτοί πλεκτές πλεκτά
γενική πλεκτών πλεκτών πλεκτών
αιτιατική πλεκτούς πλεκτές πλεκτά
κλητική πλεκτοί πλεκτές πλεκτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλεκτός < αρχαία ελληνική πλεκτός < πλέκω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πλεκτός, -ή, -ό

  1. που έχει πλεχτεί, που δημιουργήθηκε με πλέξιμο
  2. (ουσιαστικοποιημένο) πλεκτό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]