πλεκτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλεκτός πλεκτή πλεκτό
γενική πλεκτού πλεκτής πλεκτού
αιτιατική πλεκτό πλεκτή πλεκτό
κλητική πλεκτέ πλεκτή πλεκτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλεκτοί πλεκτές πλεκτά
γενική πλεκτών πλεκτών πλεκτών
αιτιατική πλεκτούς πλεκτές πλεκτά
κλητική πλεκτοί πλεκτές πλεκτά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλεκτός < αρχαία ελληνική πλεκτός < πλέκω

Επίθετο[επεξεργασία]

πλεκτός, -ή, -ό

  1. που έχει πλεχτεί, που δημιουργήθηκε με πλέξιμο
  2. (ουσιαστικοποιημένο) πλεκτό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]