πρωτότυπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική πρωτότυπος πρωτότυπη πρωτότυπο
γενική πρωτότυπου πρωτότυπης πρωτότυπου
αιτιατική πρωτότυπο πρωτότυπη πρωτότυπο
κλητική πρωτότυπε πρωτότυπη πρωτότυπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωτότυποι πρωτότυπες πρωτότυπα
γενική πρωτότυπων πρωτότυπων πρωτότυπων
αιτιατική πρωτότυπους πρωτότυπες πρωτότυπα
κλητική πρωτότυποι πρωτότυπες πρωτότυπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πρωτότυπος < πρωτο- + τύπος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈtɔ.ti.pɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈtɔ.ti.pi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈtɔ.ti.pɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

πρωτότυπος

  1. που λέγεται ή γράφεται για πρώτη φορά κι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νεωτερικός, πρωτοποριακός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: κοινότοπος, συνηθισμένος, τετριμμένος
  2. που έγινε πρώτος και συνιστά τη βάση για όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν
  3. (για πρόσωπο) που δεν επαναλαμβάνει προηγούμενα πρότυπα, αλλά τα λόγια ή οι πράξεις του χαρακτηρίσζονται από νεωτερισμό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]