φιλότιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φιλότιμος φιλότιμη φιλότιμο
γενική φιλότιμου φιλότιμης φιλότιμου
αιτιατική φιλότιμο φιλότιμη φιλότιμο
κλητική φιλότιμε φιλότιμη φιλότιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιλότιμοι φιλότιμες φιλότιμα
γενική φιλότιμων φιλότιμων φιλότιμων
αιτιατική φιλότιμους φιλότιμες φιλότιμα
κλητική φιλότιμοι φιλότιμες φιλότιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλότιμος < αρχαία ελληνική φιλότιμος (η λέξη χρησιμοποιείται από την ελληνιστική περίοδο και με τη σημερινή σημασία)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.ˈlɔ.ti.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /fi.ˈlɔ.ti.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /fi.ˈlɔ.ti.mɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλότιμος

  1. που έχει το συναίσθημα της τιμής και της αξιοπρέπειας κι επιθυμεί να τον εκτιμούν οι άλλοι
  2. (ειδικότερα) ο εργατικός, ο φιλόπονος, που προσπαθεί συνειδητά να τηρήσει τις υποχρεώσεις του ή να ξεχωρίσει στον χώρο δράσης του με τις ενέργειές του
  3. που είναι γενναιόδωρος με τα χρήματα, στην περίπτωση που βοηθά ή φροντίζει κάποιον
  4. (κατ’ επέκταση) που διακρίνεται από φιλοτιμία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλότιμος < φίλος + τῖμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλότιμος

  1. αυτός που αγαπάει τις τιμές, συνήθως κακόσημο