κάμπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάμπος κάμποι
γενική κάμπου κάμπων
αιτιατική κάμπο κάμπους
κλητική κάμπε κάμποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμπος < μεσαιωνική ελληνική κάμπος (3.σημασιολογικό δάνειο από (ιταλικά) campo ή (γαλλικά) champ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάμπος αρσενικό

  1. η ανοιχτή έκταση, η επίπεδη, η πεδιάδα
  2. το πεδινό μέρος (σε αντιδιαστολή προς το ορεινό)
  3. το φόντο (ιδίως σε βυζαντινές εικόνες)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάμπος κάμπω κάμποι
Γενική κάμπου κάμποιν κάμπων
Δοτική κάμπ κάμποιν κάμποις
Αιτιατική κάμπον κάμπω κάμπους
Κλητική κάμπε κάμπω κάμποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάμπος < λατινική campus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάμπος αρσενικό

  1. ο ανοιχτός χώρος, η εξοχή
  2. ο τόπος γύρω από ένα αγροτικό σπίτι
  3. τα ανοιχτά της θάλασσας
  4. στρατόπεδο
  5. πεδίο μάχης
  6. στάδιο διεξαγωγής αγώνων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]