μαϊμού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαϊμού οι μαϊμούδες
      γενική της μαϊμούς των μαϊμούδων
    αιτιατική τη μαϊμού τις μαϊμούδες
     κλητική μαϊμού μαϊμούδες
όπως «αλεπού» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαϊμού < μεσαιωνική ελληνική μαϊμού < τουρκική maymun < αραβική ميمون (maymūn)
Πράσινη μαϊμού

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαϊμού θηλυκό

  1. μικρόσωμος, ευκίνητος πίθηκος με μακριά ουρά
  2. (μεταφορικά) άσχημος ή κατεργάρης άνθρωπος
  3. (μεταφορικά) μεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου
  4. (μεταφορικά) φτηνή απομίμηση αντικειμένου ή ιδέας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]