μαϊμού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαϊμού μαϊμούδες
γενική μαϊμούς μαϊμούδων
αιτιατική μαϊμού μαϊμούδες
κλητική μαϊμού μαϊμούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαϊμού < μεσαιωνική ελληνική μαϊμού < τουρκική maymun < αραβική ميمون (maymūn)
Πράσινη μαϊμού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαϊμού θηλυκό

  1. μικρόσωμος, ευκίνητος πίθηκος με μακριά ουρά
  2. (μεταφορικά) άσχημος ή κατεργάρης άνθρωπος
  3. (μεταφορικά) μεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου
  4. (μεταφορικά) φτηνή απομίμηση αντικειμένου ή ιδέας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]