Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγέρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγέρας οι αγέρες
& αγέρηδες
      γενική του αγέρα των αγέρων
& αγέρηδων
    αιτιατική τον αγέρα τους αγέρες
& αγέρηδες
     κλητική αγέρα αγέρες
& αγέρηδες
Κατηγορία όπως «αέρας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγέρας[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈʝe.ɾas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγέρας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγέρας αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγέρας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)