Βικιλεξικό:Ζητούμενα λήμματα/2020

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βικιλεξικό:Ζητούμενα λήμματα
Αρχείο συζητήσεων

Vista-file-manager.png
2006-20092010-20132014
20152016201720182019
202020212022 • 2023 • 2024

φούμα

και φούμα φούμα τα... τί σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 23:42, 31 Δεκεμβρίου 2019 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Βλ. φούμα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 13:48, 5 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ηπειροθεσσαλία -> Ηπειροθεσσαλία

υπάρχει; --Costaud (συζήτηση) 22:44, 4 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ναι, αλλά με κεφαλαίο αρχικό, Ηπειροθεσσαλία (είναι γεωγραφικός όρος, απαρχαιωμένος/παρωχημένος). Η χρήση του ήταν κυρίως τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού, όταν ετίθετο το ζήτημα της εδαφικής ανάπτυξης του ελληνικού κράτους προς την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Στα τέλη του 19ου αιώνα λειτούργησε και η w:Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας. Σημειωτέον ότι η Άρτα ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μαζί με τη Θεσσαλία, το 1881, ενώ η υπόλοιπη (σημερινή ελληνική) Ήπειρος κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, οπότε η Άρτα και η Θεσσαλία ήταν "Ηπειροθεσσαλία". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 13:53, 5 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ευχαριστώ, κύριε Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 10:27, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

χαίνουσα < χαίνω

το έχω ακούσει ως χαίνουσα πληγή. Από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 14:59, 6 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Θηλυκό μετοχής ενεστώτα τού χαίνω. Dr Moshe (συζήτηση)

ευχαριστώ πολύ Δόκτωρ Μος--Costaud (συζήτηση) 12:39, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

*λύκη

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ριζική λέξη, ρίζα για λυκόφως, λυκαυγές, λυκάβας, αμφιλύκη, Λυκαβηττός, λύγδος (και άλλες). Καταθέτω πηγές και ζητώ κάποιον γνωστικότερο και τολμηρότερο από εμένα να φτιάξει το λήμμα.

  • πρώτο ερώτημα: πως στο καλό φτιάχνουμε μια τέτοια μη-λέξη, μια ρίζα; Ως κανονικό λήμμα; Στα εδώ λήμματα, ο Lou, νομίζω, το γράφει *λύκη, αλλά το "*" είναι ιδιαίτερα ακατάλληλος χαρακτήρας

καταθέτω μερικές πηγές

  • [1]
  • Ἦμος δ’ οὔτ’ ἄρ πω ἠώς, ἔτι δ’ ἀμφιλύκη νύξ (Ιλιάς, Η, 433)
  • Ερρίκος Στέφανος, πηγή πολύτιμη, το έχει ως λήμμα κανονικό (θέλει και λίγα λατινικούλια για να την εκμεταλλευτούμε πλήρως και όχι επιδερμικά)
  • [2] ως λήμμα και εδώ

--FocalPoint (συζήτηση) 16:00, 6 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Το φτιάχνω, άλλωστε το έχουν και οι Γάλλοι : fr:λύκη και κάντε το όπως νομίζετε καλύτερα. --FocalPoint (συζήτηση) 16:07, 6 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]


Από όσο γνωρίζω η σύνδεση του "Λυκαβηττού" με το "λύκη" είναι παρετυμολογία. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:13, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Αυτό είναι, που λέμε, ουάου ☏ FocalPoint. Κάνατε σπουδαία δουλειά. Ο αστερίσκος είναι standard για αμάρτυρους τύπους. (Ναι, ο Λυκαβηττός (en) είναι προελληνικός ως φαίνεται.) Τα συγγενή είναι πολλά: π.χ. δείτε en:Reconstruction:Proto-Indo-European/lewk-. Το ΒΛεξικό δεν μπορεί ακόμη να προχωρήσει σε τέτοια λήμματα, αλλά μπορούμε να έχουμε σύνδεσμο. Κάποιο φορμάρισμα ίσως για τους κωδικούς γλωσσών, και για τις παραπομπές? Επιτρέπετε? sarri.greek (συζήτηση) 11:57, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

καρα-ουάου, έγινε τώρα και ωραίο! --FocalPoint (συζήτηση) 19:33, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

definite singular

Μήπως γνωρίζετε τη μετάφραση του definite singular ;

Θέλω να φτιάξω τη λέξη klimatet (προς τιμήν της Greta Thunberg - ένα μικρό δωράκι στον σκοπό που εξυπηρετεί, με αφορμή τα γενέθλιά της), που είναι μορφή της λέξης κλίμα klimat και συγκεκριμένα en:klimatet: definite singular.

Έφτιαξα ήδη το skolstrejk. Μένει το för και το klimatet.

--FocalPoint (συζήτηση) 08:10, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]


  • definite [στα σουηδικά: bestämd form] singular = οριστικός τύπος/οριστική μορφή (ουσιαστικού) του ενικού (αριθμού)/στον ενικό (αριθμό)· αντίστοιχα, definite plural και, κατ' αναλογίαν, τo indefinite [obestämd form] (αόριστος). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:00, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ευχαριστώ. Το klimatet έτοιμο. --FocalPoint (συζήτηση) 21:32, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

en:Wiktionary:Reconstructed terms

Ας το φτιάξουμε ως σελίδα, με όσο το δυνατόν λιγότερα για αρχή. Θα το φτιάξω, αλλά πως λέμε στα ελληνικά το Reconstructed ; --FocalPoint (συζήτηση) 23:09, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ FocalPoint Οι (επ)ανασυντεθειμένες λέξεις (πρωτογλώσσες, κλπ). Είναι ξεχωριστός ονοματοχώρος (namespace) και χορηγείται από τους 'επάνω' νομίζω. H δουλειά που γίνεται στο en.wiktioanry όσον αφορά την πρωτοελληνική, και την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, γίνεται από επαγγελματίες. Και οι γάλλοι έχουν κάνει κάποια δουλειά. Οι υπόλοιποι απλώς συνδέουν τις λέξεις σαν να ήταν κανονικές. Δώστε μου ένα λεπτό, sarri.greek (συζήτηση) 23:20, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ας μην τρελαινόμαστε, απλά θα φτιάξω μια σελίδα βοήθειας που να εξηγεί το αστεράκι, τουλάχιστον. Δε χρειάζεται namespace. Απλές λέξεις και στη χρήση τους ο αστερίσκος. --FocalPoint (συζήτηση) 23:25, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Βικιλεξικό:Επανασυντεθειμένες λέξεις --FocalPoint (συζήτηση) 23:29, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ FocalPoint Εδώ δεν έχουμε ακόμη κάνει το Βικιλεξικό:Ελληνική γλώσσα, και θα κάνουμε εργασία για την πρωτοινδυο ΣΤΠ
Ο κύριος Svlioras έχει φτιάξει το μοναδικό μας λήμμα *ph₂tḗr.
Mia άλλη λύση είναι μια σύνδεση όπως στο λήμμα -ινος: επίθημα πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-iHnos[1]
Φανταζόμουν, για άλλες λέξεις κάτι σαν το παρακάτω, αλλά νομίζω, ότι θα πρέπει να ρωτήσουμε τους εγγλέζους.
Asterisk.svg
*-iHnos
-iHnos(en)
Αυτό το λήμμα αφορά μια υποθετικά επανασυντεθειμένη μορφή ενός αμάρτυρου τύπου (προηγείται αστερίσκος)
με βάση τις έως τώρα αποδεκτές θεωρίες της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας
 
Μηννν βιαζετστεεε sarri.greek (συζήτηση) 23:33, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Μην φοβάσαι. Δε χρειαζόμαστε αεροπλανοφόρο. Σχεδία έφτιαξα, ούτε καν κανώ. Άλλωστε δεν έχουμε καν θάλασσα, απλά έναν νερόλακκο. Μια σελίδα βοήθειας Βικιλεξικό:Επανασυντεθειμένες λέξεις, χωρίς namespaces, χωρίς κατηγορίες και κυρίως χωρίς ινδοευρωπαίους, ούτε πρωτο- ούτε άλλο. Μια απλή σχεδία τύπου Ροβινσώνα Κρούσου. --FocalPoint (συζήτηση) 23:38, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ FocalPoint, ti κάνετε? το λύκη δεν είναι επανασυντεθειμένη λέξη. Είναι υποθετικός τύπος. sarri.greek (συζήτηση) 23:38, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

sarri.greek, τότε ας γράψουμε τα περί αστερακίου στο Βικιλεξικό:Υποθετικός τύπος ή καλύτερα στο Βικιλεξικό:Αμάρτυρες λέξεις (που πιάνει και τις επανασυχτίρ λέξεις). --FocalPoint (συζήτηση) 23:43, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Δεν γίνονται έτσι τα πράγματα ☏ FocalPoint. Στο λήμμα * εξηγούμε. Ήρθε και ο ειδικός και βοήθησε. Θα συμπληρώσω και το λήμμα αστερίσκος και όποιο άλλο λήμμα θελετε: επανασυντεθειμένες λέξεις. Μηην μου βάζετε ανέφικτους στόχους. sarri.greek (συζήτηση)
Δημιουργήθηκε Κατηγορία:Αμάρτυροι τύποι, ενημερώθηκαν τα σχετικά λήμματα. Για τις επανασυντεθειμένες, θα υπάρχει Κατηγορία:Πρωτογλώσσες με τις reconstructed γλώσσες. sarri.greek (συζήτηση) 21:41, 16 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ληΐζομαι / λήζομαι

Θα ήθελα ως αρκετά συχνός χρήστης του Βικιλεξικού, καθώς και σαν λεξικοδίφης, να υποβάλλω αίτηση για την δημιουργία λήμματος του ρήματος ληίζομαι/λήζομαι. Θαρρώ πως αποτελεί ένα ιδίως ενδιαφέρον αρχαιοπρεπές ρήμα, με άμεσο αντίκτυπο στην νέα ελληνική, αφού ομόρριζα του είναι λέξεις όπως ληστής, ληστεία κ.ο.κ. Το εν λόγω ρήμα είναι και δόκιμο, διότι χρησιμοποιείται εκτεταμένα από συγγραφείς σαν τον Εμμανουήλ Ροΐδη << επικουρίαν κατά των ληϊζόμενων την Ιταλίαν Σαρακηνών >> ( παράδειγμα αντλημένο από το ιστορικό του μυθιστόρημα << Η Πάπισσα Ιωάννα >>). Ληίζομαι/Λήζομαι σημαίνει λαφυραγωγώ, λεηλατώ, διαρπάζω και προέρχεται απο την αρχαιοελληνική λέξη ληίς = λεία. ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 141.237.212.164 (συζήτησησυνεισφορά) 2020.01.17. 21:40 UTC.

Γεια σας επισκέπτη! Ας ξεκινήσουμε ένα προσχέδιο με τη Βοήθεια:Γρήγορη δημιουργία λημμάτων. Το βρίσκουμε στο Λίντελ-Σκοτ εδώ Ευχαριστούμε. Θα βρούμε και κείμενο με το ωραίο παράθεμά σας για τη μετοχή, για να φτιάξουμε παραπομπή σε λήμμα ληϊζόμενος. Πάντως, ο {{Π:Δημητράκος 1964}} το δίνει και «μσν.» αλλά θα λέγαμε, ότι είναι έξω από τα όρια της νεοελληνικής? Δεν είμαι φιλόλογος, αλλά έτσι βλέπω. Έχουμε και το ληΐη = λεία. Και μακάρι να διαλέξετε κάποιο ψευδώνυμο, γιατί οι αριθμοί είναι τόσο δυσπληκτρολόγητοι! sarri.greek (συζήτηση) 21:56, 17 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Επισκέπτη, ψάχνω να βρω πηγή για το παράθεμά σας και δεν βρίσκω. Βρίσκω την έκφραση με τη μετοχή στον Χωνιάτη. sarri.greek (συζήτηση) 19:05, 19 Ιανουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

διογέννητος

Είναι σημαντικη λεξη δεν μπορώ να την βρω ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 185.3.222.41 (συζήτησησυνεισφορά) 2020.02.11. UTC 19:15.

Γεια σας! Να το φτιάξουμε το λήμμα, μόνο που θα γραφτεί: διογέννητος, δηλαδή το αρχαίο διογενής στη δημοτική (όπως πορφυρογέννητος) sarri.greek (συζήτηση) 19:23, 11 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ξετρίβω

Μεταφορά από τη Συζήτηση προτύπου:οδηγίες‑‑Sarri.greek  | 21:04, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Υπάρχει η λέξη ξετρίβω και αν ναι τι σημαίνει;; Ωρίων (συζήτηση) 20:56, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Καλωσήλθατε Ωρίωνα. Μου επιτρέπετε να μεταφερθούμε στο Δωμάτιο Βικιλεξικό:Ζητούμενα λήμματα/2020? ‑‑Sarri.greek  | 21:01, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ Ωρίων, εγώ λέω τη λέξη (ξέτριψα) με τη σημασία «έμαθα πολύ καλά, έκανα μπόλικη εξάσκηση». Θα πρέπει να φτιάξουμε λίγο καλύτερα το ξε- που τόσα πολλά σύνθετα φτιάχνει, σύνθετα που δεν μπορούν να καταγραφούν όλα σε έντυπα λεξικά. Και μετά, να δούμε αν υπάρχουν αναφορές σε βιβλία κλπ. ‑‑Sarri.greek  | 21:07, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Και κοιτάμε και το τρίβω. Αν και το ξε- είναι νέο, ας δούμε και το αρχ. ἐκτρίβω@ΛΟΓΕΙΟΝ έχει και μια σημασία "polish", ενώ εδώ δεν την έχει. ‑‑Sarri.greek  | 21:14, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

-τήρα

οι ελαιοτριβείς

από πού βγαίνει; Από το ελαιοτριβεύς;--Costaud (συζήτηση) 12:19, 23 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

π.χ. εδώ--Costaud (συζήτηση) 07:05, 24 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Έγινε, ευχαριστώ κύριε Σβλιώρα--Costaud (συζήτηση) 10:26, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μονοθυμία

Σχετίζεται με το single-minded;--Costaud (συζήτηση) 15:35, 23 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Σχετίζεται με τη διπολική διαταραχή και τη θεωρία της προσωπικότητας. Μάλλον από τα γαλλικά (monothymie) ή αγγλικά (monothymia), όπου όμως είναι σπάνιο. Δε γνωρίζω χρήση στα ελληνικά, αλλά ίσως κάπου θα υπάρχει, σε κάποια μετάφραση, σύγγραμμα κλπ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:09, 23 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ενδιαφέροντα κύριε Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 12:41, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

bioprinting & biofabrication

Πώς θα τα μεταφράζατε;--Costaud (συζήτηση) 12:13, 25 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Costaud μήπως εννοείς biofabrication ; --FocalPoint (συζήτηση) 19:27, 25 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ναι, έχεις δίκιο FocalPoint--Costaud (συζήτηση) 09:38, 26 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
βιοεκτύπωση
βιοπαραγωγή

Εξαίρετοι, υπαρκτοί, νεολογισμοί. --FocalPoint (συζήτηση) 07:08, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ευχαριστώ, κύριε Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 10:25, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Αγαπητέ Costaud, παρακαλώ, αρκεί να μη με λες κύριο. Όπως λέει και ο πρίγκιπας Χάρυ, just call me Harry, ... απλά λέγε με FocalPoint (λες να προδόθηκα και να έχω προβλήματα με τη βασίλισσα που της υποσχέθηκα να μην γράφω στο διαδίκτυο; Θα με φάει η Μέγκαν... - έβαλα ψευδώνυμο όπως είδατε στη σύζυγο, μην καρφωνόμαστε). --FocalPoint (συζήτηση) 19:13, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

χα χα χα θα τα παρατήσουμε όλα και θα γίνουμε πρίγκιπες. --Costaud (συζήτηση) 10:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Έγινε--Costaud (συζήτηση) 10:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ετεροφοβικός

υπάρχει; Στα αγγλικά το βρήκα ως biphobic--Costaud (συζήτηση) 14:03, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Σχετικά σπάνιος νεολογισμός, αλλά υπαρκτός όρος. --FocalPoint (συζήτηση) 09:40, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ευχαριστώ Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 10:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

βίντατζ ή βιντάζ;

Ποιό ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 11:23, 28 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Και τα δυο και ακόμη ένα: βίνταζ ή βίντατζ (από την αγγλική) ή βιντάζ (από τη γαλλική). --FocalPoint (συζήτηση) 09:42, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

είστε τέρας γνώσης--Costaud (συζήτηση) 10:46, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Είμαι τέρας. Το αποδέχομαι (αρρργκχ - άναρθρη κραυγή τέρατος), αλλά γνώσης; Όχι αγαπητέ μου. Οι παλαιοί έριχναν κόκκαλα, ερμήνευαν τα άστρα, τον καπνό από τα θυσιασμένα σφαχτά. Εμείς παρατηρούμε με προσοχή τα αποτελέσματα του γούγλη και τα ερμηνεύουμε με σεβασμό. --FocalPoint (συζήτηση) 11:15, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ένας ο θεός και τίμιο το δόγμα του--Costaud (συζήτηση) 11:36, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
και αντί για ..ωμ (w:Ωμ (ιερή συλλαβή)), το κάνουμε τώρα oog ( συνεκδοχικά από το -(G) + oog - (le) ) --FocalPoint (συζήτηση) 11:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
σε αυτή την περίπτωση πρέπει να προσθέσουμε το ούγκ και ούγκα και να μάς αποκαλούν ούγκαλους. --Costaud (συζήτηση) 14:07, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

αμελέ ταμπουρού

γνώμες; το βάζουμε;--Costaud (συζήτηση) 09:35, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ναι, ως ονομασία των ταγμάτων εργασίας (τουρκικά: Amele Taburları, αρμενικά: ատանքային բատալիոն, συχνά αναφερόμενα στην ελληνική βιβλιογραφία ως αμελέ ταμπουρού) της οθωμανικής αυτοκρατορίας. --FocalPoint (συζήτηση) 09:44, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ευχαριστώ--Costaud (συζήτηση) 10:46, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Το αμελέ ταμπουρού προκύπτει από τον ενικό αριθμό, "amele taburu". Ως άκλιτο, χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό, "τα αμελέ ταμπουρού" (στα τουρκικά "amele taburları"). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 21:53, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

σουρφασέρ ή σουλφασέρ

ποιό είναι το σωστό;--Costaud (συζήτηση) 14:03, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

To σουρφασέρ (από το αγγλικό "primer surfacer", διαβασμένο όμως λάθος, "αλά γαλλικά" θα λέγαμε -διότι στα γαλλικά είναι "apprêt surfaçant"). Το "σουλφασέρ" πρέπει να είναι όπως λέμε "γλήγορα". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 21:33, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

λαθροεποικιστής

το βάζω εδώ ως επίκαιρο--Costaud (συζήτηση) 10:40, 1 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

παρέβριος

Έχει αρχίσει να ανθίζει η συγκεκριμένη λέξη λόγω των εξελίξεων στον Έβρο. Ακούω προτάσεις--Costaud (συζήτηση) 20:15, 1 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Παλιά λέξη, άσχετα αν "τώρα" ακούγεται στα μέσα και διαδίδεται στο "ευρύ κοινό" (υπάρχουν αρκετά παραδείγματα χρήσης "προ μεταναστευτικής κρίσης", όπως τα: παρέβρια ζώνη, παρέβριες καλλιέργειες, παρέβριος τόπος, παρέβριοι πληθυσµοί κ.ο.κ.). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:57, 2 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ευχαριστώ Χαλκ, όντως έτσι έχουν τα πράγματα όπως τα λες--Costaud (συζήτηση) 15:38, 2 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Σταροχώραφο

Χωράφι με στάρι

ραπαραούτ

σε σάιτ ελληνικής εταιρείας βρήκα ότι παρασκευάζει και ραπαραούτ; Υπάρχει τέτοια λέξη;--Costaud (συζήτηση) 10:12, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Μόνο μια αναφορά σε ιστοσελίδα που είναι έτσι κι αλλιώς ανορθόγραφη (γράφει και για Συλό, προφανώς εννοώντας σιλό). Δεν υπάρχει όσον αφορά το Βικιλεξικό (και ποιος να ξέρει τι εννοεί ο ποιητής...). --FocalPoint (συζήτηση) 17:26, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

κατανοητό--Costaud (συζήτηση) 12:01, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

γλυσιέρα ή γλισιέρα;

Μπερδεύτηκα, ποιά είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 16:36, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Φαίνεται απόδοση της λέξης glissière, οπότε έτσι κι αλλιώς αυθαίρετη είναι η ορθογραφία, αλλά όπως βλέπεις υπάρχει και με τις δυο αποδόσεις, ενώ η απλογραφή θα οδηγούσε στο «γλισιέρα». --FocalPoint (συζήτηση) 17:30, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ευχαριστώ, Φωκάλ;--Costaud (συζήτηση) 12:17, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

πισσίες (πισσία)

έχω ακούσει ότι είναι τηγανίτες από την Κύπρο - Μικρασία. Πισσία; Έχετε ακούσει κάτι;--Costaud (συζήτηση) 12:00, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

[3] Συνταγή από το Εικονικό Μουσείο Τροφίμων του Πανεπιστημίου Κύπρου. Τις γράφει όμως πισίες. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:12, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Χμ, ενδιαφέρον--Costaud (συζήτηση) 18:10, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Γράφονται είτε με ένα, είτε με δυο σ και η προφορά τους είναι παχύ σίγμα (ʃ). --FocalPoint (συζήτηση) 20:23, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

βιοφίλτρο ή βιόφιλτρο

ποιο ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 12:51, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Βλέπω ότι "παίζουν" και τα δυο. Ίσως το "πιο σωστό" (ή "πιο επιστημονικό") να είναι το βιοφίλτρο [4] [5]. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:07, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ευχαριστώ, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 18:10, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μπαχτσίσι ή μπαχτζίσι

ποιά είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 17:40, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Tο πρώτο είναι το (συντριπτικά) επικρατέστερο, όπως και το (απλοποιημένο) μπαξίσι. Το δεύτερο φαίνεται πως είναι αρκετά παλιότερο, με καταγραφές του 18ου και των αρχών του 19ου αι., παρωχημένο. Επίσης, ο Λιθοξόου αναφέρει και άλλες παλιές γραφές, όπως μπαχτζήσι, μπαχτσήσι (κάτι κάθε άλλο παρά ασυνήθιστο "εκείνα" τα χρόνια, πριν την "κανονικοποίηση" της ελληνικής γλώσσας και γραφής, ιδίως για λαϊκότροπες λέξεις και, μάλιστα, ξενικής προέλευσης). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:52, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Είσαι ταλέντο--Costaud (συζήτηση) 11:06, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

πουλελέ

το ξέρω σπαμάρω, αλλά έχετε ακούσει τη λέξη;--Costaud (συζήτηση) 20:03, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

σπαμάρεις Costaud, σπαμάρεις :), αλλά οι ωραίες ερωτήσεις σου, αξίζουν πάντα απάντηση:

Σπάνια και ανεπίσημη λέξη, αλλά με αρκετή χρήση, αρκετά πάνω από το όριο, άρα πρέπει να τη δεχτούμε, αν και ομολογώ ότι δε βρίσκω εύκολα τρόπο να την ορίσω. --FocalPoint (συζήτηση) 21:04, 10 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Έχει χρήση, αλλά φαίνεται πως είναι κάπως ρευστή σημασιολογικά, προφορική και υπό διαμόρφωση, με αρκετούς αυτοσχεδιασμούς, ως ρίμα με άλλες λέξεις με γενικότερο σκωπτικό στόχο, π.χ. "απολελέ και τρελελέ, τον πουλελέ", "κομπλέ, κοτλέ και πουλελέ". Πιο πολύ έχει δείχνει να έχει χρήση ως υποκατάσταστο της έκφρασης "(παίρνω) τον πούλο", τόσο με τις έννοιες "φύγε", "πάμε", "την κάνουμε", "κάνε την" κ.λπ., όσο και με το "άντε γαμήσου"". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 15:00, 11 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ευχαριστώ και τους δυό σας για το πλούσιο υλικό, Φωκάλ και Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 11:06, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μερβρωμίνη ή μερκουροχρώμ ή και τα δύο;

Το μερκουροχρώμ το βάζουμε ή όχι;--Costaud (συζήτηση) 11:12, 10 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

[6], [7], [8]

Και τα δυο. --FocalPoint (συζήτηση) 21:00, 10 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ευχαριστώ Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 11:05, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Πολυλεκτικοί ή σύνθετα;

Αν δούμε στο wikt, διαπιστώνουμε πως "όροι" όπως en:ghetto blaster αναφέρονται ως ουσιαστικά (το ίδιο και στο Cambridge Dictionary κ.ο.κ.), ενώ εδώ τους κατατάσσουμε (συχνά; πάντα;) από όσο έχω αντιληφθεί στους πολυλεκτικούς όρους. Όμως στην αγγλική είναι compound nouns, δηλ. σύνθετα ουσιαστικά και, αυτό ισχύει για κάθε μορφή τους, πχ. τόσο για το ghetto blaster, όσο και για το ghettoblaster (το ίδιο κι αν υπήρχε ενωτικό, βλ. timetable). Μήπως πρέπει να το δούμε; Εδώ η λίστα, όπου υπάρχουν μπερδεμένα σύνθετα ουσιαστικά, εκφράσεις και πολυλεκτικοί όροι. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 09:34, 11 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ Chalk19 Δεν έχω μελετήσει το θέμα, αλλά επειδή σε κάθε γλώσσα η εικόνα των συνθέτων είναι διαφορετική (χαραλά, με ενωτικό, δύο λέξεις, σε σύνθεση) μάλλον οι δημιουργοί του ΒΛεξικού επέλεξαν έναν όρο που να δείχνει δύο τουλάχιστον λέξεις χωρισμένες με κενό και που να υπάγονται στα ουσιαστικά (αλλιώς, τις λέμε πολύ γενικά: εκφράσεις). Το en.wiktionary επιμένει στο PartOfSpeech να περιγράφει τη λειτουργία και όχι τη γραμματική ή μορφολογική αναγνώριση. ‑‑Sarri.greek  | 22:06, 13 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

φιάπα

Ετυμολογία? Έψαξα για fiappa, αλλά δεν βρίσκω κάτι -ίσως κάτι ισπανικό? κάτι σχετικό με βοτανική?-. Υπάρχει η en:flapper και τα παπούτσια που φορούσαν οι flappers, τα κορίτσια του 1920, τα flapper shoes. Μέχρι εκεί. ‑‑Sarri.greek  | 22:02, 13 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

τίτλος πατήρ

Συγγνώμη που δεν ξέρω. Όταν μιλάμε για ιερείς, λέμε ο πατήρ Τάδε ή ο πατέρας Χ ή λαϊκότροπα ο πατερ-Τάδε (χωρίς τόνο το πατερ). Στη γενική τι λέμε? «του πατρός» συνηθίζεται? ή παραείναι επίσημο? Ή μόνο «του πατέρα»? ‑‑Sarri.greek  | 00:05, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Το «λέμε» είναι υποκειμενικό. Ο κοσμικό-Focal δε νομίζω ότι θα πει «του πατρός», αλλά ο «παπα-Focal» μιλώντας για τον συνάδελφό του πατέρα Αμβρόσιο, θα πει στους πιστούς ότι έχουν «τις ευχές του πατρός Αμβροσίου» ο οποίος έχει πάει να λειτουργήσει στο παρεκκλήσιο της Αγίας Φωτεινής. Το «εμείς λέμε», είναι βλέπεις, ευρύτατο. --FocalPoint (συζήτηση) 07:35, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ευχαριστώ ☏ FocalPoint και ευχαριστώ ☏ Svlioras για τα παραδείγματα χρήσης στο λήμμα πάτερ.
Σκέψη: μια Κατηγορία προσφωνήσεων όπως στο πρωτόκολλο: για ιερείς, πρεσβευτές κλπ. ‑‑Sarri.greek  | 11:38, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Sarri.greek, εξαίρετη ιδέα, όλες οι προσφωνήσεις σε δικές τους κατηγορίες ανά χρήση! --FocalPoint (συζήτηση) 11:57, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Sarri.greek, για μερικά δευτερόλεπτα μου μπήκε η ιδέα να βάλω κατηγορίες, αλλά βέβαια μου πέρασε αμέσως: Σε περιμένω να φτιάξεις το κατάλληλο πρότυπο :) {{προσφώνηση}} που να βάζει τις σωστές κατηγορίες μόνο του. --FocalPoint (συζήτηση) 12:43, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ FocalPoint, μπήκε στις εκκρεμότητες. Θα μου άρεσε να υπάρχουν εθελοντές που να αφοσιώνονται σε ένα ζήτημα. Πώς θα τους βρούμε? Έλεγα με 'εξορμήσεις' στην Κύρια Σελίδα. ‑‑Sarri.greek  | 13:01, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Sarri.greek, κάνε όποια εξόρμηση νομίζεις και θα βοηθήσω, αλλά αυτό που κάνεις μέχρι τώρα, δηλαδή η δημιουργία της υποδομής (προτύπου με ωραίες λειτουργίες) και η ενδεικτική χρήση της σε πέντε-έξη λήμματα, αρκεί. Μετά βλέπω εγώ ή άλλος την χρήση και βοηθάμε. Αν επιπλέον κάνουμε και μια έκκληση στην Κύρια Σελίδα, καλό θα είναι, αλλά τέτοια θέματα τα χειρίζονται χρήστες, άρα από τη Βικιδημία και όχι περαστικοί (Κύρια Σελίδα). --FocalPoint (συζήτηση) 13:12, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

τζίφος κλίνεται?

Συζήτηση:τζίφος ‑‑Sarri.greek  | 14:59, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ευχαριστώ, κύριε ☏ Svlioras, και για την ετυμολογία ‑‑Sarri.greek  | 15:45, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
άκλιτο, είναι θεός ο κος Σβλίωρας και κρατά θερμοπύλες. Δε θα το έβρισκα στον αιώνα τον άπαντα.--Costaud (συζήτηση) 10:56, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

νεραντζόνας ή νεραντζιώνας

Ποια είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 10:55, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ευθυνία -> ευθηνία/εὐθηνία

υπάρχει; Έχω ακούσει για τα χρόνια της ψαρικής ευθυνίας. Είμαι σίγουρος πως δεν το μπερδεύω με το ευθυμία--Costaud (συζήτηση) 11:04, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Αγαπητέ, η λέξη που ακούσατε είναι στην πραγματικότητα ευθηνία/εὐθηνία, ήδη ελληνιστικός όρος που σημαίνει «αφθονία, πληρότητα». Είναι ενδιαφέρον ότι από το ελνστ. εὐθηνία προήλθε η λ. φτήνια, εφόσον κάτι που βρίσκεται σε αφθονία είναι αναμενόμενο να μη στοιχίζει πολύ. Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση)
γράψατε, Δόκτωρ--Costaud (συζήτηση) 20:08, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Υπερ-ευχαριστούμε Dr Moshe!! ‑‑Sarri.greek  | 20:11, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ντιρλανταντά

έχει σχέση με το ντίρλα;--Costaud (συζήτηση) 14:31, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

αιματοβούρατος

είναι κρητική λέξη;--Costaud (συζήτηση) 15:35, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ετσέ ή έτσε

ποιό από τα δύο είναι το έτσι στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 15:50, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Αγαπητέ, ανοίξατε αρκετά περίπλοκο θέμα. Στην κρητική διάλεκτο συνηθίζεται ο τύπος ετσά (ήδη μεσαιωνικός), που προέρχεται από το εμφατικό ετσιδά. Ωστόσο, δεν είναι άγνωστος και ο τύπος έτσε (επίσης μεσαιωνικός), που προέρχεται από το αρχ. οὕτως με περίπλοκες φωνητικές και αναλογικές μεταβολές, για τις οποίες έχουν γραφτεί πολλά. Τύπος *ετσέ (τονισμένος στη λήγουσα) δεν υπάρχει. Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση)
μένω άφωνος, Δόκτωρ--Costaud (συζήτηση) 20:07, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Χανιώπορτα ή Χανιόπορτα

ποιο ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 16:10, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Και τα δυο. Υποθέτω ότι το ω προκύπτει από το "χανιώ(τικη) πόρτα" και το ο από το Χανι(ά)+ (συνδετικό) ό + πόρτα. Προσωπικά το Χανιόπορτα το θεωρώ "καλύτερη" επιλογή για κύριο άρθρο, με το Χανιώπορτα σαν άλλη γραφή. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:01, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ευχαριστώ, Χαλκ!--Costaud (συζήτηση) 19:17, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

εγλαγούσε

σημαίνει παραμόνευε στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 16:13, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Όχι, αγαπητέ μου. Πρόκειται για το ρήμα γλακώ (ήδη μεσαιωνικό), που σημαίνει «τρέχω - βιάζομαι» και προέρχεται από τύπο ἐκλακῶ. Από το β΄ συνθετικό μάς έχει σωθεί σήμερα μόνο ο παρελθοντικός τύπος λάκησα «έφυγα - ξέφυγα». Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση)
είστε φοβερός, Δόκτωρ--Costaud (συζήτηση) 20:06, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μπελιτώνω

είναι μπεκροπίνω στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 16:32, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μανίδα

η μετάφραση του pangoline είναι η μανίδα;--Costaud (συζήτηση) 17:03, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

τζίτζιλι-μίτζιλι

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 19:48, 16 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Eγώ πάντως ξέρω το τζάτζαλα μάτζαλα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 23:20, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ούτε αυτό το ήξερα, Χαλκ. Κούτσα κούτσα θα τα βάλουμε--Costaud (συζήτηση) 19:18, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

βεντουζάρω

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 20:05, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ναι [9], [10]. --FocalPoint (συζήτηση) 06:17, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
έκτακτα--Costaud (συζήτηση) 19:19, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

παρακούζουνο

τι σημαίνει στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 17:30, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

κοκονιό

στα κρητικά τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 17:34, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ο ένας, ο άλλος και ο παράλλος

ο παράλλος υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 17:43, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ναι. ο μεθεπόμενος. Ο επόμενος από τον άλλο. @gr-lang.gr] ‑‑Sarri.greek  | 17:58, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Να ευχαριστήσουμε τον κο ☏ Svlioras που πρόσθεσε τη λέξη από τα παρασκήνια.--Costaud (συζήτηση) 13:38, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μολυβδοκολοπελεκητής

οέω;--Costaud (συζήτηση) 23:41, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Οέο όπως γράφει παρακάτω, μόνο σε γλωσσοδέτη, αλλά στο λήμμα πρέπει να φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι τεχνητή λέξη, χωρίς άλλη χρήση και ο γλωσσοδέτης στον οποίο χρησιμοποιείται, ως παράθεμα. --FocalPoint (συζήτηση) 06:26, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ενδιαφέρον--Costaud (συζήτηση) 19:20, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

σύνεργα και μίνεργα

μίνεργο υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:42, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Μόνο "μίνεργα" και μόνο στο πλαίσιο του γλωσσοδέτη για την "εκκλησιά τη μολυβδοκολοπελεκητή" (… τα σύνεργα, τα μίνεργα … ). Κατ' αντιστοιχία και ο "μίτζιρας" κ.ο.κ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 23:53, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Όπως παραπάνω, ναι μεν, αλλά ως χρησιμοποιούμενο μόνο σε γλωσσοδέτη, αλλά στο λήμμα πρέπει να φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι τεχνητή λέξη, χωρίς άλλη χρήση και ο γλωσσοδέτης στον οποίο χρησιμοποιείται, ως παράθεμα. --FocalPoint (συζήτηση) 06:27, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Στο βαθμό που το "σύνεργα μίνεργα" έχει ξεχωριστή υπόσταση ως έκφραση, πχ χρησιμοποιείται αυτετελώς στον προφορικό λόγο ώστε να δοθεί έμφαση στα "σύνεργα" ή να δηλωθεί κάποια απορία κλπ (κατά το τζάτζαλα μάτζαλα, σουγιά μουγιά και παρόμοιες "αλλοιωτικές" χρήσεις του "μ-" σε διάφορες αρχές λέξεων) θα μπορούσε να δηλωθεί κι αυτό. Αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι "κανονική", "αυτοτελής" λέξη (όπως δεν είναι ούτε τα "μάτζαλα" κλπ). Οπότε, αν υπάρχει ξεχωριστό άρθρο για τη λέξη, όλα αυτά θα πρέπει να δηλώνονται όπως προαναφέρθηκε. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 09:50, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
οι γνώσεις σας έχουν φτάσει στο θεό, Χαλκ κι Φωκάλ!--Costaud (συζήτηση) 19:20, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ξεκαρεκλοποδαρώνω

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:45, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Χαίρετε! Αντιχαίρετε!

Αντιχαίρετε! Είναι ρήμα ή επιφώνημα;--Costaud (συζήτηση) 19:16, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

θεόβαρος

το έχω ακούσει προφορικά. Το έχετε ακούσει κι εσείς;--Costaud (συζήτηση) 21:26, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Έχω ακούσει διάφορα θεο-οτιδήποτε. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:05, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Σπάνιο μεν, αλλά καταγεγραμμένο λεξικογραφικά ΜΕΤΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΣΗ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΜΟΡΦΗΜΑΤΩΝ ΨΙΛΟ- ΚΑΙ ΘΕΟ-: ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΕ ΣΩΜΑΤΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, Παρασκευή Σαββίδου, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ελλάδα, (θεόβαρος, θεοβρώμικος, θεόμακρος και θεόστενος, αλλά και πολλά άλλα). --FocalPoint (συζήτηση) 19:14, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ναι, αλλά λέμε βαρύς, θεόβαρυς θεόβαρια. Το θεόβαρος? μάλλον κατ' αναλογίαν προς τα -ος επίθετα. ‑‑Sarri.greek  | 19:19, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
χμμμ--Costaud (συζήτηση) 16:40, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

κακοφορμαρισμένος

δεν το μπερδεύω με το κακοφορμίζω. Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 13:59, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Βρήκα στη μορφή κακοφορμαρισμένο και κακοφορμαρισμένα

Υπαρκτό, περνά το κριτήριο, αλλά σπανιότατο. --FocalPoint (συζήτηση) 16:04, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ξε- κακο- θεο- ψευτο- ψευδο-

ξε- κακο- θεο- ψευτο- ψευδο- κλπ κλπ Δημιουργούνται με τέτοια προθήματα οι λεγόμενες περιστασιακές συνθέσεις. Μπορούν να υπάρξουν στον προφορικό λόγο. Μπορεί να μην έχουν καταγραφεί. Αρα, ☏ Costaud · FocalPoint, ναι, όλες αυτές είναι ΟΚ. Τα έντυπα λεξικά δεν τις έχουν λόγω περιορισμένου χώρου. Σττην Εισαγωγή / Αντίστφορο Λεξικό Αναστασιάδη-Συμεωνίδη δείτε αρκετά για τέτοιες 'κατασκευασμένες λέξεις'. Επίσης λέει «Ειδικότερα για τα ηλεκτρονικά λεξικά, όπου δεν υπάρχει πρόβλημα χώρου και η εξαντλητικότητα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά τους, η απαίτηση για πληρότητα θέτει το πρόβλημα των ορίων αποδοχής μορφολογικά υπαρκτών αλλά χρηστικά λόγιων ή λαϊκότροπων λέξεων.»
Άρα, δεν χρειάζεται να αναζητάμε τεκμηρίωση για κάθε μια από τέτοιες λέξεις χωριστά. Μπορούμε στο λήμμα τους να βάζουμε κάποιο παράθεμα αν βρούμε. Αλλά δεν είναι αναγκαία μια αναφορά για τέτοιες λέξεις. Σημειώνουμε πάντα ότι είναι περιστασιακές συνθέσεις. ‑‑Sarri.greek  | 16:17, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ΟΚ, συμφωνώ (και με χαμόγελο συμπληρώνω ότι δε χρειάζεται να φτιάξουμε από τη φαντασία μας διάφορα χεζο-, μπουρδό-, κουραδο-, ξανθο- και δεν-ξερω-γω-). Αν έχουμε μέτρο, θα έχουμε ένα ωραίο λεξικό, με ποικιλία και φαντασία. Αν όχι, το μαζεύουμε. --FocalPoint (συζήτηση) 16:26, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Η σελίδα αυτή είναι συγκινητικά ορθή:

  • «...Ωστόσο δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Το λεξιλόγιο εξελίσσεται διαρκώς και κανένα λεξικό -ακόμη και ηλεκτρονικό- δε θα μπορέσει να το συμπεριλάβει στην απεραντοσύνη του και στην ολότητά του καταγράφοντας το σύνολο των υπαρκτών λεξικών μονάδων. Όμως τι σημαίνει υπαρκτή λεξική μονάδα; Πρόκειται ασφαλώς για αμφίσημη έκφραση, αφού μπορεί να αναφέρεται τόσο σε λεξική μονάδα ή γραμματικό τύπο που μαρτυρείται σε κείμενο όσο και σε αποδεκτό τύπο μη μαρτυρημένο, ο οποίος όμως είναι δυνατό να υπάρξει....»

--FocalPoint (συζήτηση) 16:40, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ψηφιδοθέτημα

Château de Versailles, appartements de la Dauphine, cabinet intérieur, secrétaire à pente, Bernard II van Riesenbergh
Bord fanerat med intarsia - Hallwylska museet - 108633

Δε βρήκα πουθενά τίποτα, όμως είναι ο αριθμός 162913 του ΚΑΔ ή Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης όπου λέει: «Κατασκευή ξύλινων ψηφιδοθετημάτων και ενθετικής ξύλινης διακόσμησης επίπλων, θηκών για κοσμήματα ή μαχαιροπίρουνα, αγαλματίων και άλλων διακοσμητικών ειδών, από ξύλο». Το βάζουμε;

Λινκ: εδώ --Costaud (συζήτηση) 18:20, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Αναμφισβήτητα ναι. Είναι επίσημος όρος, ακόμη και αν δεν χρησιμοποιείται πουθενά αλλού. Τι να είναι άραγε όμως; --FocalPoint (συζήτηση) 20:01, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
κάτι σχετικό με ψηφίδες; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα--Costaud (συζήτηση) 00:54, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Βλ. ψηφιδοθέτηση. Υποθέτω ότι το "ψηφιδοθέτημα" είναι το ψηφιδωτό. Γιατί όμως χρησιμοποιείται αυτή η λέξη κι όχι το ψηφιδωτό ; Έχει κάποια χρήση ή διάδοση ; Από όσο βλέπω, όχι [11], δείχνει να είναι πολύ σπάνια, εντελώς περιθωριακή -πέρα από την περιγραφή του ΚΑΔ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 07:08, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Το ερώτημα μας απαντά η κα Τάντου στο κείμενό της ΑΓΓΛΙΚΑ-ΟΡΟΛΟΓΙΑ, ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣΤΕΧΝΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ από το ΤΜΗΜΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΞΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΟΥ (ΤΕΙ ΛΑΡΙΣΑΣ, Παράρτημα Καρδίτσας: Marquetry= ψηφιδοθέτημα, μαρκετερί και από αυτό, βρίσκοντας τη πιο συνηθισμένη λέξη μαρκετερί, διαπιστώνουμε ότι είναι η ένθετη διακόσμηση με συναρμολόγηση μικρών τεμαχίων ξύλου, τα οποία έχουν διαφορετική υφή και χρώμα και έτσι οι καλλιτέχνες δημιουργούν αισθητικό αποτέλεσμα, είτε «απλά» ως περίτεχνη διακόσμηση επίπλων (εικόνα με το σεκρετέρ των διαμερισμάτων του Δελφίνου από τις Βερσαλλίες), είτε σε τεχνουργήματα όπως ο πραγματικός πίνακας δημιουργημένος με αυτή την τεχνική στη δεύτερη εικόνα από το μουσείο Hallwyl της Στοκχόλμης. --FocalPoint (συζήτηση) 09:25, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ωραία ! Έτσι είναι, πράγματι, όπως ανφέρεται πιο πάνω. Κοίταξα και ένα παλιό αγγλοελληνικό λεξικό του '60 και το marquetry το αποδίδει ως "ψηφιδοτέτημα, ψηφιδωτόν, μαρκετερί". Οπότε ο όρος έχει ικανές αναφορές, αν και σπάνιος πλέον, ουσιαστικά περιθωριακός σε χρήση πέραν του ΚΑΔ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:07, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ευχαριστώ και τους δύο για τη γόνιμη συζήτηση--Costaud (συζήτηση) 16:39, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

πετρομάρουλο, πικρομάρουλο ή και τα δύο

υπάρχουν;--Costaud (συζήτηση) 19:15, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ξεμασκαλιδίων (ξεμασκαλίδι)

από πού βγαίνει; Ποιά η ονομαστική του;--Costaud (συζήτηση) 00:53, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ Costaud ξεμασκαλίδι = παραφυάδα ‑‑Sarri.greek  | 00:56, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ευχαριστώ, αγαπητή μου--Costaud (συζήτηση) 00:58, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
α... με υποτίθεται επιθημα γενικής πληθυντικού από την καθαρεύουσα, αντί ξεμασκαλιδιών, ... ιδίων :) ‑‑Sarri.greek  | 01:01, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
κατανοητό. Δε γνωρίζω κάτι οπότε σας εμπιστεύομαι τυφλά--Costaud (συζήτηση) 01:04, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Το Λεξικό του Δημητράκου :) ‑‑Sarri.greek  | 01:10, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

φυσικών κόμμεων

Από που βγαίνει; από το κόμμι ή το κόμμη;--Costaud (συζήτηση) 08:53, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Για να απαντήσει κανείς, θα πρέπει να το δει μέσα στην πρόταση / το κείμενο. Πιθανολογώ ότι το βρήκες και αυτό στον κατάλογο των κωδικών ΚΑΔ που συνδέονται με τους κωδικούς προϊόντων συνδυασμένης ονοματολογίας (HS) και συνεπώς μάλλον αφορά το εμπορικό προϊόν φυσικό κόμμι (π.χ. αραβικό κόμμι). Επιπλέον η δεύτερη επιλογή σου είναι μάλλον ορθογραφικό λάθος. --FocalPoint (συζήτηση) 09:11, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ναι, παραγωγή λάκας, φυσικών κόμμεων, ρητινών, κομμεορητινών και βάλσαμων--Costaud (συζήτηση) 09:18, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

λιθόκοκκος ή μόνο λιθόκοκκο

μήπως απαντάται μόνο ως ουδέτερο;--Costaud (συζήτηση) 09:02, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

εμπόριο χονδραδιών βαμβακιού

το χονδραδιών από που βγαίνει; Από το χονδράδι; --Costaud (συζήτηση) 09:31, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Noodles

Κάτι που έμαθα πρόσφατα και είμαι σίγουρος πως θα σας αρέσει. Το ξέρατε ότι τα noodles στα ελληνικά είναι τα ρυζομακάρονα;--Costaud (συζήτηση) 09:39, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Όχι ακριβώς, αν και ίσως υπάρχει αυτή η εντύπωση. Κανονικά, τα ρυζομακάρονα είναι τα rice noodles. Τα noodles είναι βασικά "μακαρόνια", γενικά, των χωρών της Ανατολής, τύπος ζυμαρικού, όχι μόνο από αλεύρι ρυζιού, μολονότι πολλοί τα ταυτίζουν με του ρυζιού, δηλ. για πολλούς noodles = rice noodles, επειδή ενδεχομένως είναι τα πιο διαδεδομένα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:19, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ωωωωωω. Υποκλίνομαι--Costaud (συζήτηση) 11:00, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

θηλειωτών

ποια είναι η ονομαστική--Costaud (συζήτηση) 20:27, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

στροφόπτωτων

υπάρχει το στροφόπτωτος;--Costaud (συζήτηση) 20:29, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ρεπρογραφικών

από που βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 21:16, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

οξομεταλλικός και υπεροξομεταλλικός

υπάρχουν;--Costaud (συζήτηση) 22:38, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

παρκοκάρτα

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:39, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μπαμπάτσικο ή μπαμπάτσικος

ποιο ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 00:22, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

γίννος

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 12:41, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ναι, στα αρχαία. Βλ. και en:γίννος. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:02, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Τα σέβη μου--Costaud (συζήτηση) 16:36, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

γουάβα ή γκουάβα;

ποια είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 12:42, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

[12]. --Τροπικός (συζήτηση) 05:31, 10 Μαΐου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

μονόινα ή μονοίνα;

ποιο;--Costaud (συζήτηση) 12:45, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Από το μονή/μία + ίνα, μονόινος -η, -ο, που είναι φτιαγμένος με μια, ενιαία ίνα (=όχι από πολλές πλεγμένες μεταξύ τους), πχ. μονόινο νήμα. Δεν πρέπει να συγχέεται με το μονόυνο, με ένα υνί, ίσως μόνο στο ουδέτερο, μονόυνο άροτρο (πρβ. δίυνο άροτρο). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:21, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
πολύ ενδιαφέρον, Χαλκ!--Costaud (συζήτηση) 16:35, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

νευρογενής

en=neurogenic — Saltmarsh. 09:39, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Καλώς μας ήρθατε ☏ Saltmarsh. Hello boss! ‑‑Sarri.greek  | 09:47, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Hi Saltmarsh, as you are a visitor here you have preferential treatment (as it is traditionally due to a ξένος), our friend Sarri.greek, made it immediately. --FocalPoint (συζήτηση) 09:50, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ FocalPoint! Let me introduce my mentor, my teacher and my administrator in en.wiktionary: Saltmarsh, Salt! this is the Focal Point of greek Wikipedia and wiktionary! ‑‑Sarri.greek  | 09:55, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Sarri.greek, we know each other already from en-wikt :) --FocalPoint (συζήτηση) 09:58, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ FocalPoint · Sarri.greek Ευχαριστώ, especially for answering in English. I usually only venture here to enter English translations! — Saltmarsh. 15:05, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

supervisor

Κάτι που σκέφτηκα. Πώς και ο super - visor μεταφράζεται ως επιβλέπων και όχι ως υπερόπτης; Φιλοσοφικό το θέμα.--Costaud (συζήτηση) 12:35, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

τρολλάρεις πάλι Costaud  :) :) :) --FocalPoint (συζήτηση) 12:47, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
η ίδια η γλώσσα μάς τρολλάρει όλους, FocalPoint. χαχαχα --Costaud (συζήτηση) 13:02, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ Costaud μ' αρέσουν οι ερωτήσεις σας! Και ποτέ δεν έχω απάντηση. Κάτι, με τη μετάφραση του λατινικού super, του pro σε σχέση με το επί, με το υπέρ. Έχουμε και λέμε: αυτόπτης, επόπτης, υπερόπτης. επιβλέπων. Υπάρχει και ο ἐφορῶν. οψόμεθα! ‑‑Sarri.greek  | 14:30, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
μην αγχώνεστε αγαπητή μου, ούτε εγώ έχω την απάντηση στις ερωτήσεις μου για αυτό απευθύνομαι στους καλύτερούς μου. Όλους εσάς και τις γνώσεις σας.--Costaud (συζήτηση) 16:35, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

κρυόφτωχος ή κρυόπτωχος

Υπάρχει; --Costaud (συζήτηση) 16:58, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

γκίζα

έχω ακούσει ότι είναι τυρί π.χ. γκίζα Δωδώνης. Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 12:25, 29 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Βρήκα: «Γκίζα» στα βλάχικα ονομάζεται η μυζήθρα. --FocalPoint (συζήτηση) 18:54, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Απλά, ανεπανάληπτος--Costaud (συζήτηση) 18:57, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

κοκούνιγκ ή κοκούνινγκ

ποιο είναι το ορθό;--Costaud (συζήτηση) 23:06, 30 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

κορωνομόλογο

γνώμη;--Costaud (συζήτηση) 23:07, 30 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Νεολογισμός, με τόσο εκτεταμένη χρήση, η οποία, κατά τη γνώμη μου, δικαιολογεί την συμπερίληψή του στο Βικιλεξικό. --FocalPoint (συζήτηση) 19:01, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
γκουντ--Costaud (συζήτηση) 21:54, 4 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ Costaud Κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές ταυτόχρονα, όπως "κορονομόλογο", "κορωνοομόλογο" και "κορονοομόλογο". Προφανώς ο κάθε δημοσιογράφος το γράφει όπως νομίζει. Aπόδοση του "corona bond(s)". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 08:12, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

τριφονιών;

κατασκευή τριφονιών, από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 11:18, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Costaud, πιστεύω ότι βγαίνει από λάθος, το σωστό πρέπει να είναι στριφονιών. --FocalPoint (συζήτηση) 18:42, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Καλή παρατήρηση, FocalPoint.--Costaud (συζήτηση) 18:55, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

σταφιδοκιβώτιο

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 09:58, 1 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Τσ' είδγει γειτονιά κι πουσπουρίζ

Το πουσπουρίζ τι σημαίνει; Είναι από θρακιώτικο τραγούδι, το Το Μαργούδι κι Αλεξανδρής.--Costaud (συζήτηση) 14:56, 1 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ Costaud: πουσπουρίζω = ψιθυρίζω, μιλάω σιγανά ή στα κρυφά· μάλλον ηχομιμητικό, πους-πους κατά το ψου-ψου. Είναι ποντιακή διάλεκτος. Νομίζω ότι απαντά και ο τύπος πουστουρίζω. Ψάξε το. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 00:43, 10 Μαΐου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ΥΓ. Βρήκα αυτό: "πουσπουρίζω 'flüstern’ (vgl. pontisch πουσπουρίζω, πουστουρίζω 'ds.’)" [13], οπότε πράγματι έτσι είναι. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 00:53, 10 Μαΐου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ό,τι και να πω είναι λίγο. Εύγε--Costaud (συζήτηση) 11:13, 10 Μαΐου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

συμπαινοβγαίνω

Δεν το βρήκα πουθενά, αλλά είναι από παραδοσιακό τραγούδι της Μακεδονίας, το Απάνω στην τριανταφυλλιά--Costaud (συζήτηση) 14:58, 1 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

κοντοκαρτερώ

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 15:18, 1 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

λαγάω; λάλαγα < λαλώ

Υπάρχει; Έχω ακούσει από τσέλιγγα: τη φλογέρα λάγαγα ή λάναγα δεν είμαι σίγουρος--Costaud (συζήτηση) 21:33, 2 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Παρακούσατε, αγαπητέ :) Ο βοσκός είπε προφανώς: τη φλογέρα λάλαγα, όπου χρησιμοποιείται ο προφορικός παρατατικός τού λαλώ (αντί του συνήθους λαλούσα). Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση) 11:12, 4 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ευχαριστώ Δρ.--Costaud (συζήτηση) 21:53, 4 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
To γλαγάω το έχουμε, αλλά με ορισμό που δεν έστεκε, αφού είναι ρήμα. Το διόρθωσα με αυτό που βρήκα εδώ.--FocalPoint (συζήτηση) 17:05, 3 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Και πάμε στα παραλειπόμενα: Τον τσέλιγκα που τον βρήκες; Ο τσέλιγκας τι έκανε με τη φλογέρα; Κανένα τυρί αγόρασες; :) --FocalPoint (συζήτηση) 17:05, 3 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Φοκάλ, εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=ANwWtLUjDek--Costaud (συζήτηση) 21:53, 4 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ΑΥΟικΕργ

τι είναι;--Costaud (συζήτηση) 14:28, 3 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Απόφαση Υπουργείων Οικονομικών και Εργασίας. Σπάνιος όρος, καθώς αναφέρεται συνήθως μόνο στην περίπτωση 1-2 πολύ παλιών σχετικών αποφάσεων. Βασικά είναι στη δοσμένη λογική συντομογραφιών του ΑΥ=απόφαση υπουργείου/ων + αρχικά του υπουργείου/των υπουργείων. Εννοείται ότι μπορεί έτσι να προκύπτουν (συνδυαστικά) πολλά αποτελέσματα, ανάλογα με τις μεταβλητές. Συνήθως για αυτού του τύπου αποφάσεις, πολλών υπουργείων χρησιμοποιείται (πλέον) το ΚΥΑ (κοινή υπουργική απόφαση). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 06:39, 8 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Υπέροχος--Costaud (συζήτηση) 10:34, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

άτη

είναι με κεφαλαίο ή μικρό; Από ύβρις > άτη > νέμεση > τίση.--Costaud (συζήτηση) 20:35, 6 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Βασικά και τα δύο. Η άτη (ἂτη) ως λέξη σημαίνει τη σύγχυσιν φρενών, από όπου ως προσωποποίηση της σχετικής "βλάβης" προκύπτει η θεότητα που γράφεται συνήθως με κεφαλαίο, Άτη (Ἄτη). Βλ. σχετικά w:Άτη στη ΒΠ, όπου η τεκμηρίωση και παραθέματα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 06:30, 8 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Ευχαριστώ, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 10:33, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

την παντέρμη μου κρατώ

παντέρμη τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 21:26, 7 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Βλ. παντέρημος. Παντέρμη = παντέρημη = θηλ. του παντέρμος, άλλη μορφή του παντέρημος, κάπως "πιο λαϊκή", "πιο προφορική", "πιο ιδιωματική" ίσως. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 06:34, 8 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
έχει μήπως και χυδαίο χαρακτηρισμό. Το είχα ακούσει από κρητικό--Costaud (συζήτηση) 10:33, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Παντέρμος είναι ο κακομοίρης, αυτός που έχει αποξενωθεί από όλους και έχει μείνει ολομόναχος. Πολλές φορές μάλιστα οι Κρητικοί αποκαλούν <<παντέρμη>> την τσουτσούνα τους. --ΒΑΚΑ2020 (συζήτηση) 09:23, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

βιοπετρέλαιο

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 10:32, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Ο μέσος

Ο μέσος η μέσα το μέσο

→ δείτε τη λέξη  μέσος--Costaud (συζήτηση) 15:17, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

λουάου

ΣΗΜΑΣΙΑ Το λουάου μια κίνηση του χεριού και του σώματος που επαναλαμβάνεται, είναι ένας χαβανέζικος χορός που χορεύεται στη Χαβάη από ανθρώπους που φορούν ψάθινες φούστες και χρωματιστά λουλουδένια κολιέ , ο χορός χορεύεται στην παραλία δίπλα στην θάλασσα.

→ δείτε τη λέξη  λουάου--Costaud (συζήτηση) 15:18, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

πόκε, άνασσα και παστάς: τι σημαίνουν;

Από:

Αγνή Παρθένε Δέσποινα
Άχραντε Θεοτόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένε Μήτηρ Άνασσα
Πανένδροσε τε πόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε--Costaud (συζήτηση) 21:56, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμήν της σωτηρίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Παστάς του Λόγου ιερά
άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε--Costaud (συζήτηση) 22:01, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Costaud, σε ευχαριστούμε που μας έφερες ένα μικρό κομματάκι των Χαιρετισμών στο ταπεινό μας Βικιλεξικό σπίτι.

  • Ο άναξ είναι ο βασιλιάς και άνασσα είναι η βασίλισσα.
  • Πανένδροσος είναι η γεμάτη δροσιά όπως η πανένδοξος, γεμάτη δόξα και
  • πόκε η κλητική του πόκος, εκτός από τους κατά λέξη ορισμούς που έχει το λήμμα, το μαλλί προβάτου είναι και το μάλλινο απλό ύφασμα που προκύπτει, η τσόχα, ο κετσές, θα το απέδιδα (ελεύθερη απόδοση) ως κάπα βοσκού.
  • τη λέξη παστάς, παστάδα την έχουμε, αλλά η ανάλυση εδώ ίσως θα σου αρέσει

Η απόδοση στα νέα ελληνικά, δια χειρός FocalPoint:

Αγνή Παρθένα Δέσποινα
Αμόλυντη μητέρα θεού
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένα, Μητέρα, Βασίλισσα,
Κάπα βοσκού, καλυμμένη με δροσιά
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμάνι της σωτηρίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
νυφικό κρεβάτι του Λόγου ιερή
άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

Σε ευχαριστώ και πάλι αγαπητέ Costaud. Να είσαι καλά και εσύ και όλοι οι συνεισφέροντες στο Βικιλεξικό. --FocalPoint (συζήτηση) 23:09, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ FocalPoint Έγινε υπέροχα, απλά υπέροχα. Καλό Πάσχα να έχεις. Σκέφτηκα ότι τουλάχιστον οι γνωστοί επιτάφιοι ύμνοι θα έπρεπε να είναι προσιτοί στον φιλομαθή. Αύριο θα βάλω άγνωστε λέξεις από αναστάσιμους ύμνους--Costaud (συζήτηση) 23:21, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Απρίλιος, 9

Αγαπημένε μας ☏ Costaud, συγχωρέστε μου τη σύμπτυξη, αλλά μου φάνηκε λίγο πιο ευκολαπάντητο και οικονομικό. ‑‑Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

1 - εξεπλήττοντο

  • Η ζωή εν τάφο, κατετέθης Χριστέ και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο. Τι σημαίνει; (Άγνωστε αι βουλαί κυρίου, άγνωστε για μένα και του τροπαρίου)--Costaud (συζήτηση) 22:09, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ἐκπλήσσω ἐκπλήσσομαι ή με δύο ττ εξεπληττόμην = εγώ εκδιωκόμουνα/σάστιζα/, εξεπλήττοντο = σάστιζαν, είχαν κατάπληξη. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

2 - ανιστώ

ἀνίστημι κάνω να σταθεί όρθιο ἀνιστάς = αυτός που σηκώνει όρθιο. Το ἀνιστών δεν το ξέρω. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

3 - ώλεσα

ὄλλυμι καταστρέφω / αφανίζομαι. Αόριστος: εγώ ὤλεσα, εσύ ὤλεσας = εσύ κατέστρεψεσ. ὀλέσας = αυτός που αφανίστηκε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

4 - πτερνιστού

  • Δεν υπάρχει γούγλι αλλά είναι από τη ζωή εν τάφο:
  • :ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας, κακοργίας του αρχαίου πτερνιστού. με περιστωμένη.--Costaud (συζήτηση) 22:28, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
πτερνιστής = αυτός που σκοντάφτει ή αυτός που κάνει λάθος ή κάνει άλλον να κάνει λάθος. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

5 - κάλλω

το κάλλος, δοτική τῷ κάλλει (στο κάλλος, στην ομορφιά). Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

6 - κατακρύβω

κατακρύπτω, κατέκρυψα = συγκάλυψα, απέκρυψα. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

7 - χερσί

η χείρ (το χέρι} δοτική πληθ χερσί(ν) στα χέρια. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

8 - επεγνώσθω

ἐπιγιγνώσκω = γίνομαι μάρτυρας, παρατηρώ / επιδοκιμάζω, εγκρίνω. Παθητικός αόριστος ἐπεγνώσθην. Εσύ ἐπεγνώσθης. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

9 - ρυσθείς ή ρυσθής

ῥυσθέντες από ρυσθείς του ῥύομαι = ἐρύω = σέρνω μακριά / έλκω / αναχαιτίζω. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

10 - εξαστράψεια

ἐξαστράπτω = αστράφτω σαν αστραπή -'αψειας ή -άψαις είναι β' πρόσωπο ευκτικής αορίστου. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

11 - ενεκρώνω

νεκρόω/νεκρῶ, εγώ ἐνέκρωσα (νέκρωσα) εσύ ἐνέκρωσας = νέκρωσες. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

12 - υπερλάμπω

νὑπερλάμπω, λάμψας = μετοχή, αυτός που έλαμψε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

13 - τετρωμένος

τιτρώσκω = βλάπτω πλητώνω τέτρωμαι = έχω βλαφτεί, τετρωμένος = που έχει πληγωθεί, βλαφτεί, που έχει τρωθεί. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

14 - ανεκφοίτητος

ἀνεκφοίτητος = που δεν προέρχεται από, αδιαχώριστος. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

15 - καθελών

καθαιρέω/καθαιρῶ = κατεβάζω. Αόριστος καθ-εἷλον = κατέβασα, καθελών (καθ-ἑλών) = αυτός που κατέβασε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

16 - προφρόνως

προφρόνως επίρρημα του πρόφρων = ένθερμος, αυτός που έχει πρόθυμη ψυχή.Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

17 - προσοίσω

προφέρω= φέρνω / προφέρω / παρουσιάζω / φέρω, μέλλων οἴσω προοίσω θα φέρω κλπ. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

18 - τρισμάκαρ

τρίσμακαρ, επίσης τρισμακάριος και τρισμακάριστος Τρεις φορές μακαριστός, πολύ μακαριστός. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

19 - κινώ την πτέρνα

Αν το "εκίνησεν την πτέρναν" σημαίνει "κλώτσησε", όπως νομίζω, τότε η φράση δηλώνει την αχαριστία, την αγνωμοσύνη, κάτι σαν "δάγκωσαν το χέρι που τους τάισε". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 08:24, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ΥΓ. ☏ Costaud Είναι ευεργέτου, όχι "ευερέτου". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 08:30, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

20 - προφητοκτόνος

  • ω της παραφροσύνης, και της Χριστοκτονίας, της των προφητοκτόνων. Το προφητοκτόνων είναι σπάνιο για αυτό το βάζω--Costaud (συζήτηση) 23:13, 9 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
αυτό δεν το βρήκα, αλλά καταλαβαίνω 'αυτός που σκοτώνει προφήτες'. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

21 - ρύστης

ῥύστης ο σωτήρας. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

22 - συνεκινώ

συγκινέω/συγκινῶ ανακινώ μαζί, συγκινώ, συνταράσσω. συνεκίνει = συν-κινούσε, συντάραζε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

23 - εστώτας

τους ἑστῶτας = αυτούς που είχαν στήσει (ο ἑστώς, μετοχή παρακειμένου του ἵστημι). Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

24 - ειστήκησαν

Η σωστή γραφή: εἱστήκεισαν, γ΄ πληθυντικό πρόσωπο υπερσυντελίκου τού ἵσταμαι (αντί του κλασικού εἱστήκεσαν). Στην ελληνιστική Κοινή ο τύπος υποτακτικής παρακειμένου ἑστήκω είχε ενίοτε χρησιμοποιηθεί ως ενεστώτας, με αποτέλεσμα οι τύποι τού υπερσυντελίκου να θεωρούνται απλώς παρελθοντικοί (όχι συντελεσμένοι). Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση) 09:45, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

25 - είρηκα

Αγαπητέ, οι τρεις τελευταίες φράσεις που παραθέσατε είναι από την Αποκάλυψη του Ιωάννου (συγκεκριμένα από το κεφάλαιο 7) και μπορείτε να βρείτε αξιόπιστες μεταφράσεις τόσο της Κ.Δ. όσο και του τελευταίου της βιβλίου· ορισμένες μάλιστα έχουν αντικριστά το πρωτότυπο κείμενο και τη μετάφραση. Αν σας ενδιαφέρουν λογοτεχνικές αποδόσεις, τέτοιες είναι του Σεφέρη και του Ελύτη. Θα σας πρότεινα να μην καταχωρίζετε εδώ λέξεις που υπήρχαν και στην αρχαία Ελληνική (π.χ. ο παρακείμενος εἴρηκα, η μετοχή ἑστῶτας), οι οποίες βρίσκονται εύκολα στα λεξικά και στις γραμματικές, αλλά μόνο όσες αποτελούν ιδιομορφία τής ελληνιστικής Κοινής και δεν μπορούν να βρεθούν εύκολα αλλού προκαλώντας πραγματική δυσκολία (π.χ. εἱστήκεισαν). Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση) 09:03, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Έγινε Τέλεια, τη χάρη του θεού να έχετε, Δρ Μος, Σαρρή και Χαλκ. Οργανωμένα και νοικοκυρεμένα. Δεν ξέρω πως να σάς ευχαριστήσω--Costaud (συζήτηση) 09:14, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

πολυβοτείρης

τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 09:42, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

παγκρατέοντας

υπάρχει; Το έχω ακούσει ως παντοκράτορας--Costaud (συζήτηση) 09:47, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

πόμα, ομβρήσαντος, θεηγόρος, διαπρυσίως, προσοίσομεν, πεπεδημένος & τερατουργούμενος

δεύτε πόμα πίωμεν καινόν--Costaud (συζήτηση) 14:38, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ουκ εκ πέτρας τερατουργούμενον--Costaud (συζήτηση) 14:39, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού--Costaud (συζήτηση) 14:40, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
επί της θείας φυλακής ο θεηγόρος Αββακούμ--Costaud (συζήτηση) 14:42, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
φαεσφόρον άγγελον διαπρυσίως λέγοντα--Costaud (συζήτηση) 14:45, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
και αντί μύρου τον ύμνον προσοίσομεν τω δεσπότη--Costaud (συζήτηση) 14:52, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
κατόχους πεπεδημένων Χριστέ--Costaud (συζήτηση) 14:52, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

αποκυλίω, εκβεβλήκει, κακείνος, θεασάμενος, εγηγερμένος

τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου, από το κατά μάρκον ευαγγέλιο --Costaud (συζήτηση) 14:59, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

αφ ης εκβεβλήκει επτά δαιμόνια--Costaud (συζήτηση) 15:02, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
κακείνοι ακούσαντες ότι ζη και εθεάθη υπ'αυτής, υπίστησαν--Costaud (συζήτηση) 15:04, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ότι τοις θεασαμένοις αυτόν εγηγερμένων ουκ επίστευσαν--Costaud (συζήτηση) 15:14, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

εκτυπώτερος, εγήγερμαι, ενθέως, πύλας

δίδου ημίν εκτυπώτερον σου μετασχείν εν τη ενεσπέρω ημέρα τη βασιλεία σου--Costaud (συζήτηση) 20:15, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Χριστός γαρ εγήγερται ευφροσύνην αιώνιος--Costaud (συζήτηση) 20:29, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ορώντες ευφραθώμεν ενθέως--Costaud (συζήτηση) 20:32, 10 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Πάσχα το πύλας υμίν, του Παραδείσου ανοίξαν, Πάσχα πάντας αγιάζον Πιστούς

ἰσχυκότης & ζωόθυτος

Ἰσχυκότες ἡττᾶσθε.
Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.--Costaud (συζήτηση) 11:39, 11 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Το ζωόθυτος δεν υπάρχει γούγλι αλλά δείτε: Χριστὸς τὸ καινὸν πάσχα, τὸ ζωόθυτον θῦμα, ἀμνὸς Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν κόσμου--Costaud (συζήτηση) 12:29, 11 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ Costaud, ζωόθυτος.--sVlioras (συζήτηση) 14:37, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Έγινε ευχαριστώ πολύ--Costaud (συζήτηση) 15:13, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

καταδιελόντι

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 11:45, 11 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ Costaud, καταδιελών.--sVlioras (συζήτηση) 14:27, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Έγινε, όλα τα καλά του θεού--Costaud (συζήτηση) 15:14, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

περιουσιασμός

τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 11:50, 11 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

☏ Costaud, περιουσιασμός. --sVlioras (συζήτηση) 14:21, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ΈγινεΚαλό Πάσχα--Costaud (συζήτηση) 15:14, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

περιτίθεμαι -> περιτίθημι

δεν υπάρχει γούγλι, αλλά: Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται, ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς--Costaud (συζήτηση) 13:04, 11 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

Βλ. περιτίθημι [14]. Συνώνυμο το περιθέτω. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 07:32, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Καλό πάσχα, ξεκούραση και υγεία, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 14:10, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

συνταφής -> συνταφείς

Συνταφέντες σοι διὰ τοῦ Βαπτίσματος--Costaud (συζήτηση) 13:10, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

συνταφείς. --sVlioras (συζήτηση) 14:15, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
Έγινε υγεία, ευημερία, επιτυχία, αγαπητέ μας Svliora--Costaud (συζήτηση) 15:12, 12 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

ράσκολ ρασκόλ

είναι το σχίσμα της ρωσικής εκκλησία. Το βάζουμε;--Costaud (συζήτηση) 10:18, 13 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]

οπαδοί είναι οι Ρασκόλνικοι σαν τους δικούς μας παλαιοημερολογήτες--Costaud (συζήτηση) 10:20, 13 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ Costaud Υπάρχει κάποια χρήση στα ελληνικά (btw είναι ρασκόλ), μάλλον σπάνια και κυρίως σε μπλογκ οι πιο πρόσφατες αναφορές, μολονότι δε λείπουν και μερικές πιο "σοβαρές". Γράφεται "ρασκόλ", αλλά και "Ρασκόλ" (με κεφαλαίο αρχικό), τις πιο πολλές φορές ως ουδέτερο. Συνηθέστερο νομίζω είναι το ρασκόλνικοι / Ρασκόλνικοι. Είναι υποψηφιότητες για άρθρα. Επίσης, υπάρχει και το επώνυμο Ρασκόλνικοφ / Ρασκόλνικωφ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:48, 13 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
ευχαριστώ Χαλκ, μια ερώτηση. Ο Ρασκόλνικοφ είναι κανονικό ρωσικό επώνυμο ή φανταστικό από τον Ντοστογιέφσκι;--Costaud (συζήτηση) 13:15, 13 Απριλίου 2020 (UTC)Απάντηση[απάντηση]
☏ Costaud Φανταστικό μεν στον Ντοστογιέφσκι, με υπαρκτή όμως χρήση αργότερα ως ψευδώνυμο επώνυμο (ας πούμε nome de guerre) που καθιερώθηκε ως "κανονικό" του, από έναν επιφανή Μπολσεβίκο επαναστάτη (w:ru:Федор Федорович Раскольников), πολιτικό και διπλωμάτη (κατά τ