Χρήστης:Francostas

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

== Επίδραση της γαλλικής γλώσσας στην ελληνική σε πολλούς τομείς == .

Δεν υπάρχει καμία πρόθεση απόλυτης ή αποκλειστικής κατηγοριοποίησης για τις ακόλουθες λέξεις. Απλώς καταχωρούνται στον α ή β τομέα σύμφωνα με την επιλογή μου, σύμφωνα με όσο γίνεται αντικειμενικά κριτήρια. Κάποιες φορές ενδεχομένως παρεισφρύει και υποκειμενικότητα. Ενδεικτικά η λέξη α) σπορτίφ μπορεί να παραπέμπει σε αθλητικά αυτοκίνητα, ρούχα, σπορ, αθλητικό πρότυπο ή β) το ταμπλό του αυτοκινήτου, του μπάσκετ κτλ. Σίγουρα και για κανένα λόγο δεν θέλω να περιορίσω την ευρύτητα της χρήσης ενός όρου σε ένα και μόνο τομέα ή πάλι γ) τα κουλόμπ, πασκάλ, μπεκερέλ εκτός από όροι της Φυσικής αποτελούν επίσης και μονάδες μέτρησης.

[8469 λέξεις και 847 σελίδες για γαλλ. στο λεξικό Τριανταφυλλίδη]

Influence de la langue française en Grèce - Επίδραση της γαλλικής γλώσσας στην ελληνική σε πολλούς τομείς: 1[επεξεργασία]

1. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ - Μέσα μεταφοράς Σχεδόν όλα τα μέρη και τα εξαρτήματα αυτοκινήτου (αλερετούρ, αβάνς, αλκοτέστ, αμορτισέρ, αξεσουάρ, βαγκόν-λί, βαγκόν-ρεστοράν, βολάν, (άμαξα) βιζαβί, γρανάζι (engrenage) βουλκανιζατέρ, γκαζοζέν, γλασάρω, ντιστριμπιτέρ, δυναμό, εξπρές, ζιγκ-ζαγκ, ζιγκλέρ ή ζικλέρ, μοτέρ, καπό, καμιόνι, καμπριολέ, κλατάρω, κρεμαγιέρα, ταμπλό, παρμπρίζ, καλίμπρα, καρμανιόλα, καροσερί, κοντέρ, κουπέ, κρεασιόν, λεβιές, λιμουζίνα, μαρκέ, πορτμπαγκάζ, μπουζί, μαρσπιέ ή μασπιές, μαρσάρω, μαρσάρισμα, μοτοκρός, μοτό, μοτοσικλέτα, μοτοσικλετιστής, μαρσπιέ, μουαγιέ, μπλοκάζ, μπλοκέ (διαφορικό), μπεκ (εγχυτήρας), μπενζίνα, μποντριέ μπουλόνι, αμπραγιάζ, ντίζα, ντεμπραγιάζ, ντελαπάρισμα, ντελαπάρω, οτομοτρίς, παρκόμετρο, πεντάλ, πορτ μπεμπέ, πετάλι, πιστολέ, πουάρ (βενζίνης), σαμπρέλα, σασμάν, ρεζερβουάρ, σούπερ, ρεκτιφιέ, ρελαντί, ρεπρίζ, ροντάρω, ροντάρισμα, σεβρό, σερβομοτέρ, σερβόφρενο, (φρένων), συσπανσιόν, σασί, σιλανσιέ, σοφέρ, σοφερίνα, σοφάρω, ταξί, ταμπούρο, τετ-α-κέ, τραμ, τρανσμισιόν, φλεξίμπλ, φρένο, φούιτ, καρμπιρατέρ, σπορτίφ) κ.α. βλ.

2. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ - Θέατρο - Ψυχαγωγία (αβανγκάρντ, αβανγκαρντισμός, αβάν πρεμιέρ, ανιμασιόν, ανιματέρ, αζάν προβοκατέρ, ανφάν γκατέ, αλμανάκ, αξελερέ, ατραξιόν, βερσιόν, βαμπίρ, βαριετέ, βουλεβάρτο, βωντεβίλ, γκάμα, μιξάζ, μοντάζ, ενσταντανέ, εφέ, εκράν, θεατράλ, καμουφλάζ, καμουφλάρω, εξιτάρω, ντεκαλάζ, ντεκουπάζ, ντεκουπάρω, ντοκυμαντέρ, καφεθέατρο, καντράζ, καρέ καρέ, κοζερί, κλακέτα, κομεντί, κασκαντέρ, κλισέ, κομπέρ, μαριονέτα, αμπιγιέρ, αμπιγιέζ, ακομπανιατέρ, αγκαζέ, γκρο πλαν, πλατό, πλατφόρμα, μακιγιέρ, μακιγιέζ, μαρκίζα, μετρ, μοντέρ, νουβέλ βαγκ, ντουμπλάζ, ντουμπλάρω, ντουμπλίρ, ντουμπλέρ, φεστιβάλ, φιλμ νουάρ, γκισέ, οντισιόν, ενζενί, μπουάτ, ζεν πρεμιέ, ζεν κομίκ, κλακ, κλακέρ, μαγκαζίνο, μιζανσέν, ντεκόρ, οπερατέρ, παρλάν, πατινουάρ, πορνό, ποτ πουρί, πρεμιέρα, ράμπα, ρεπερτουάρ, ρεπεράζ, ρεπορτάζ, ρεζισέρ, ρεζουμέ, ρόλος, ρολάρω, σεκάνς, σινέ, σινεμά, σινεμασκόπ, σουμπρέτα, σουξέ, γκραν σουξέ, σπικάζ (κατά το ήμισυ αγγλική λέξη), τακτ, ταρτούφος, τετ-α-τετ, τελεσινέ, τουρνέ, τρακ, τρικέζα, τροκ, τροτ, τρανσπαράνς, τρικάζ, φετίχ, φουαγιέ, φωτομοντάζ, φαμ φατάλ, φαντομάς, φον ντε τεν, φωτορομάντζο, χιουμοριστής ή χιουμορίστας, ανκόρ, ζενερίκ, ραπροσέ, πλονζέ, κοντρ πλονζέ, πανοραμίκ, βερτικάλ, φιλάζ, φλου αρτιστίκ, φοντί, φοντί ανσενέ, φορμά, φλου) κ.α. Στάδια μίας ταινίας

3. ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ (αερομοντελισμός, αλπινισμός, αλπινιστής, αλπινίστρια, απόρτ, απρέ σκι, ασσίστ, βαριάντ, βιράζ, βολέ, βολ πλανέ, ρεπεσάζ, ρεβάνς, ζετέ, επολέ, αρασέ, γκραν πρι, γκαλόπ, γκραν γκινιόλ, γκανιάν, γιούπι, γκολφέρ, εξτρέμ, ετάπ, κανό, καρέ, κουλουάρ, κάσκα, κέντα, κλακάζ, κράμπα, κραμπόν κουντεπιέ, κουλές (μπιλιάρδο), κούρσα, κροσέ, κροκέ, λάσο, λισάνς, λουμπάγκο, μαζορέτα, μελέ, μανούβρα, μαρς, μασκότ, μπαράζ, μπατόν, μποξέρ, μοντελισμός, μπαντάζ, μποϊκοτάζ, μπρα ντε φερ, νατουραλιζέ, ντεμαράζ, ντεμί βολέ, ντρεσάζ, ντρεσάρω, ντιρέκτ, ντισκαλιφιέ, ντοπέ, ντουμπλέ, ντριμπλέρ, παλμαρέ, πλονζόν, παρκούρ, παρκ φερμέ, παρκέ, πασέρ, πατινάζ, πατινέρ, πατινέζ, πατινάρω, πασάζ, πιάφ, πατ, πατίνι, παρολί, πεζάζ, πελότα, πελούζα ή πελούζ, πιολέ, πινάκλ, πλακάζ, πλασέ, πλασάρισμα, πλασάρω, ποζέρ, πουλέν, πουρσουίτ, ραντονέ, ραπέλ, ρεκόρ, ρελάνς, ρετούρ, ρεφλέξ, ροντάτ, σαβάτ, σαμποτάζ, σαμποτέρ, σερβίς, σερί, σικέ, σιρκουί, στο ντεμί, σουπερποζέ, σουτέρ (κατά το ήμισυ αγγλική λέξη), σκιέρ, σπορ, τάπα, τατουάζ, τερέν, τρικολόρ, τομπέ, αρετέ, τουρνουά, τοταλιζατέρ, τρασέρ, τρασέζ, φαβορί, φιλέ, φιναλίστ) κ.α.3.α Σκάκι (αν πασάν, γκαμπί, πιόνι, ρεν, ροκέ, ρουά, ματ, ρεν, φου) 3.β Χορός-ΜΠΑΛΕΤΟ (βαλς, αλεμάντ, γκαβότ, κορ ντε μπαλέ, κανκάν, κουράντ, πα ντε ντε, πα ντε πατινέρ, πα ντε τρουά, μπαλαρινέ, μπουρέ, αν αβάν, γκραν ζετέ, ντεμπουλέ, τουτ ανγκαζέ, πλιέ, ποζισιόν, πουέντ, προμενάντ, ρελεβέ, ροντό, σαραμπάντ, γκραν πλιέ, φαραντόλ, φοξ ανγκλέ) 3.γ Καζίνο (faites vos jeux, rien ne va plus, μπακαράς, μπαλαντέρ, λεβέ, μπαλανσέ, σαν βουάρ, σεμέν ντε φερ, σερβί, κρουπιέρης, φίνα (μπιλιάρδο), φλος ρουαγιάλ (πόκερ) ) Επίσης το λουτζ που μας το θύμισε ο πρόσφατος θάνατος του Γεωργιανού αθλητή στην φετινή χειμερινή ολυμπιάδα Ετυμολογία του λουτζ3.δ Όλοι οι όροι της ξιφασκίας όπως επέ, σαμπρ, φλερέ

4. ΜΟΝΑΔΕΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ (ανρί, γκραμ, κιλογκράμ, μολ, καλορί, κιλό, μέτρο, μικροσεκόντ, μιλιγκράμ, νανοσεκόντ, μιλιμέτρ, ντενιέ, σαντιμέτρ, ποτενσιόμετρο, παρσέκ, σεκόντ, τιράζ, τονάζ, τόνος) κ.α.

5. ΑΓΟΡΑ (αγκαζάρω, αλά καρτ, αλά μοντ, αμπαλάζ, ανιγκρέ, αρμπιτράζ, ατού, αφίσα, βαλέρ, βιταμίνη, βιτρίνα, γκανιότα, γκαραντί, γκαλά, γκίνια, γκρουπ, γκρουπάζ, ετικέτα, είδη μπεμπέ, εκτάριο, ελεγκάν, έξτρα, εκάρ, εξτρέ, ζερό, ιμιτασιόν, καρτ ποστάλ, καφετερία,(το) κλου, καμποτάζ, κουβέρ, Κομισιόν, καρνάβαλος, καρναβάλι, καρτ βιζίτ, καρτ μπλανς, κασέ, κομφόρ, κονσοματρίς, κουπόνι, κουλέρ λοκάλ, κρουαζιέρα, λακές, λανσάρω, λουξ, μπαλ μασκέ, μπαλ ντε τετ, μπαλ ντ' ανφάν, μίζα, μουαγιέν, μοτίφ, μπαγκανότα, μπαζάρ, μπιενάλε, μπρασερί, μπρικ α μπρακ, μπον μπον, μπροσούρα, ναπολεόνι, ντεκλαρέ, ντεκαφεϊνέ, ντεμί σεζόν, ντεπό, ντιρεκτίβα, ντισκοτέκ, ντοσιέ, οκαζιόν, πανσιόν, πασμαντερί, περφορέ, πριβέ, πανό, πίστα, πλαζ, πλακάτ, πολαριζέ, πορτμονέ, πριμ, ραφινέ, ρεβεγιόν, ρεκλάμα, ρεσεψιόν, ρεσεψιονίστ, ρεφάρω, σεπαρέ, σεφ ντε καμπινέ, ταμπλ ντοτ, τροτουάρ, πουρμπουάρ, πλαφόν, ρεζερβέ, ρέντα, ρεπό, ρουλέτα, σαμουά, σελοφάν, σουαρέ, σουβενίρ, σπιράλ, ταγιέ (κόψιμο πέτρας), φαβορίτος, φαντεζί, φέιγ βολάν, φιλιγκράν) κ.α. (μπαρ σε δεύτερο επίπεδο)

6. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (αλτερνατίβα, αλτρουισμός, αμοραλισμός, αμφεταμίνη, αντικέρ, ακτουαλισμός, απλικασιόν, αρκανικός, αριβισμός, αρμ, αρμονίστας, ασπιρίνη, αυτισμός, βαρόνος, βαριασιόν, βαρβιτουρικά, βενζίνη, βιταλισμός, βουδισμός, βουδιστής, βοναπαρτισμός, βρυόφυτα, βολονταρισμός, βιμπραφόν, βιμπραφωνίστας, βιολονίστας, βανδαλισμός, γεμολογία, γεμολόγος, γκαμπαρί, γκάφα, γκρομπετόν, γρίππη, εβραϊσμός, εβραϊστής, ελίτ, ελιτισμός, εμιγκρέ, εμουλσιόν, εμπρεσιονισμός, εξπέρ, εξποζέ, εξτρεμισμός, εξτρεμιστής, εξτρεμίστρια, εξπρεσιονισμός, ετατισμός, ιλουζιονισμός, ιλουζιονιστής, ιλουζιονιστικός, ιρασιοναλισμός, καλαμπούρι, κανάγιας, καφεσαντάν, κονφερανσιέ, κοκότα, κολάπσους, κολεκτιβιστικός, κολορίστας, κομμουνισμός, κομμουνιστής, κονστρουκτιβισμός, κονσερβατουάρ, κοοπερατίβα, κρετίνα, κρετίνος, κρετινισμός, γκαρσόν, ζαργκόν, ζογκλέρ, ζιγκολό, ζαμανφουτισμός, μπον βιβέρ, κονεσέρ, καουτσούκ, κλίκα, κλοσάρ, κονσομασιόν, κολίτιδα, κορτικοθεραπεία, κλωστρά, κρεατίνη, κρεμ ντε λα κρεμ, λαπαλισμός, μακάβριος, μανικιούρ, μανικιουρίστ, μανιερισμός, μαρξισμός, μαρξιστής, μαρκετερί, μασίφ, ματιέρα, μερκαντιλισμός, μετρ ντ'οτέλ, μεφιτικός, μεφιτισμός, μιλιταρισμός, μιλιταριστής, μοντελίστ, μοδίστρα, μοντελιστής, μοντελίστρια, μορφίνη, μορμονισμός, μορμόνος, μπαλαρμάς, μπελ επόκ, μπεμόλ, μπετόν, μπετον αρμέ, μπετονιέρα, μποέμ, μπουρζουάς, μπουαζερί, μπιζουτερί, μπουλανζερί, μυδράλιο, νατουραλισμός, νατουραλιστής, νεοεμπρεσιονισμός, ντεγκραντέ, ντεμπούτο, ντεκορασιόν, ντεφετισμός, ντεφετιστής, ντεσού, ντικταφόν, ντιβιζιονισμός, ντιλεταντισμός ντρενάζ, νικοτίνη, νομιναλισμός, νομιναλιστής, ντιζέρ, ντιζέζ, ντικτέ, οπορτουνισμός, οπορτουνιστής, οπτιμισμός, οπτιμιστής, ορ τεξτ, τεξτ, ουνιβερσαλισμός, ουρμπανισμός, παρκετάρω, παρκετέζα, παρλαμάς, πατρονίστ, πεντικιουρίστ, περσοναλισμός, περσοναλιστής, περσοναλίστρια, περφεξιονισμός, περφεξιονιστής, περφεξιονίστρια, παρσισμός, παρφουμαρίζομαι, παρφουμάρομαι, πασιφισμός, παρτενέρ, παστεριώνω, πατουά, πενικιλίνη, πεπτίδιο, πεσιμισμός, πεσιμιστής, πεσιμίστρια, πιερότος, πιετισμός, πιετ-α-τερ, πιονιέρος, πιονιέρισσα, πλανάρω, πλασιέ, πλατερέσκ, πλουραλισμός, ποστρεστάντ, πουαντιγισμός, πουαντιγιστής, πουαντιγιστικός πριμιτιβισμός, πριμιτιβιστής, προβοκάτορας, προτεκτοράτο, προτεσταντισμός, ράγα, ραμποτέ, ράντα, ραντιέ, ραντιέρης, ρασιοναλισμός, ρασιοναλιστής, ρεαλιστής, ρεαλίστρια, ρεβιζιονισμός, ρεζιοναλισμός, ρεβιζιονιστής, ρελατιβισμός, ρεπετισιόν, ρεπροντιξιόν, ρεφορμισμός, ρεφορμιστής, ρεφορμίστρια, ριλάξ, ριφιφί, ρομανικός, ρουμπρίκα, σαβουάρ βιβρ, σαδισμός, σαδιστής, σαδίστρια, σανατόριο, σανφασόν, σαξόφωνο, σαξοφωνίστας, σενσουαλισμός, σεξ, σεξισμός, σεξιστής, σεξίστρια, σεξουαλισμός, σερβάντα, σερβί, σιρόπι, σιωνισμός, σιωνιστής, σιωνίστρια, σταζ, σοβινισμός, σοβινιστής, σοβινίστρια, σοκ, σοκάν, σοκάρω, σταζιέρ, βαλές, στριπτιζέζ, στριπτιζέρ, φαρσέρ, ντεκορατέρ, ντεκορατρίς, πεντικιούρ, σαμάνος, σοβιέτ, σολίστ, σολιψισμός, σοσιαλισμός, σουρεαλισμός, σουρεαλιστής, σουρεαλίστρια, σουρντίνα, σουφραζέτα, στέπα, στιλίστας, ταμπλέτα, ταμπόν, τανίνη, ταπετσιέρης, τατουέρ, τέρα, τερμίτης, τερορισμός, τικ, τοτέμ, τοτεμισμός, τούνελ, τουσέ, τραβεστί, τραπιστής, φιξ, τριολέ, τριολέτο, τροβαδούρος, τροτέζα, τσιτάτο, υβρίδιο, φαβοριτισμός, φανατισμός, φασόν, φαταλισμός, φαταλιστής, φαταλίστρια, φεμινισμός, φεμινιστής, φεμινίστρια, φετιχισμός, φετιχιστής, φετιχίστρια, φοβισμός, φοβιστής, φονταμανταλισμός, φονταμανταλιστής, φονταμανταλίστρια, φορμαλισμός, φορμαλιστής, φορμαλίστρια, φουτουρισμός, φουτουριστής, φουτουρίστρια, φραξιονισμός, φραξιονιστής, χοληστερίνη, ζουρ φιξ, καμπαρέ, καμπαρετζού, σομελιέ) κ.α.

7. ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ - ΠΛΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ - ΧΡΩΜΑΤΑ (ανφάς, αρτιφισιέλ, ασαμπλάζ, ρετούς, ρετουσάρω, βερνισάζ, κροκί, καφέ ολέ, βινιέτα, χρώματα: παλ, ακαζού, αζουρέ, βεραμάν, βιολέ, γκρενά, γκουάς, γκοφρέ, γκροτέσκο αλλά τελευταία γκροτέσκ, ιβουάρ, ιλουστρασιόν, εκρού, καμαγιέ, καντριγιέ, κουσέ, κρεμ, κρεπ, κρεπ ντε σιν, λαβί, λιλά, ματ, μαρόν, μιλιμετρέ, μοβ, μπατίκ, μπεζ, μπλε, μπλε μαρέν, μπλε μαρίν, μαρίν, μπλε ρουά, νατύρ μορτ, πετρόλ, μπορντό, μπλοκ, μπρονζέ, ναΐφ, ντεσέν, οπάκ, οβάλ, οξυντέ, οπάλ, παστέλ, περλέ, περοκέ, πλακέ, πλακέτα, πορτρέτο, πουά, πουαντιλισμός, πριμιτίφ, προφίλ, ροζ, ροζέ, ροκοκό, γκρι, γκρι αρζάν, γκρι παλ, γκρι σουρί, γκρι μελανζέ, σαμπανί, σαντρέ, σαξ, σιελ, σικλαμέν, σιτρόν, σιλουέτα, σοκολά, σομόν, ταμπά, τυρκουάζ, φουμέ ή φυμέ ή φιμέ, φωσφοριζέ, χακί, μπισκουί, φονσέ, ουτρεμέρ, φρεζ, χρωμέ) κ.α.

8. ΣΥΣΚΕΥΕΣ, εξαρτήματα, Τομείς της τεχνολογίας Μέσα μεταφοράς όπως (αλεζουάρ, αεροπλάνο, αερόστατο, βαπέρ, βεντιλατέρ ή βαντιλατέρ, βιζέρ, ράδιο, τρένο, τρακτέρ, βαγκονλί, γκιλοτίνα, εταζέρα, τελεσιέζ, τελεφερίκ, σεσουάρ, στιλό, ασανσέρ, αντάπτορας, μονόκλ, μπρελόκ, καντράν, αμπούλα, ασανσέρ, βάνα, ηλεκτροσκόπιο, ηλεκτροσόκ, καλοριφέρ, κασπό, κομπρεσέρ, κοντρόλ, καναντέρ, κολλεκτέρ, κομιτατέρ, μανιετό, μοτοριζέ, μπαλανσιέ, μπαλαντέζα, μπικ μπουτόν, μπουρέζα, μπωντριέ, ντουί, οβίδα, πένσα, πορτμαντό, πρίζα, ρακόρ, ρελέ, ρεγκαλέζα, ρουλεμάν, σαριό, ταμπλό, τανάλια, τελεσκί, τορπίλη, υδροπλάνο, φρουτιέρα, φις, φρέζα, φριτέζα) κ.α.

9. ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ (κρουασάν, (αλ(ά) αμερικέν, ανσιέν, ορόρ, μπασκέζ, λιονέζ, ζαρντινιέρ, παριζιέν), απεριτίφ, αντσούγια, (αλά) κρεμ, βελουτέ, βερμούτ, βινεγκρέτ, βλαντζί, βολοβάν, γαρνίρω, γαρνιτούρα, ρύζι γλασέ, γραβιέρα, γκρανουλέ, γκουρμέ, γκουρμάν, γκοφρέτα, εκλέρ, εβαπορέ, εστραγκόν, ζελέ, ζαμπόν, καναπεδάκι(α), καροτίνη, κουβερτούρα, κρεμ καραμέλ, κρεμ ντε κασίς, κρεμ μπρουλέ, καραμελιζέ, καφείνη, καφετιέρα, κεφίρ, κιλότο, κινίνη, κονκασέ, κονσομέ, κουπ πατ, κρέμα πατισερί, κοτιγιόν, κοτολέτα, κονφί, κονφισερί, κορντόν μπλε, κρέπα, κρεπερί, κροκάν, κρουτόν, κροκέτα, λικέρ, μαγιονέζα, μακαρόν, μαρένγκα, μαρόν γλασέ, μαργαρίνη, μαρμπρέ, μαρμελάδα, μαρμίτα, μενού, μιλφέιγ, μον αμούρ, μπαγκέτα, μπαμπάς, μπατόν σαλέ, μπεσαμέλ, μπον φιλέ, μους ο σοκολά, μιλανέζ, μινιαρντίζ, μπουγιαμπέσα, μπεζές, μπεν μαρί, μπιφτέκι, μπλανσάρω, μπουργκινιόν, μπριός, νουά, νουγκά, νουγκατίνα, ντεζενέ, ντεμί, ντεμί γκλας, ντεμί σεκ, ντινέ, ομελέτα, ολλανταίζ, παντεσπάνι, πανάρω, πατέ, πατισερί, περιγκέζ, περσιγιέ, πικάντ, πικνίκ, πομ ντε τερ, ποσέ, πουρές, ποτ-ω-φε, ποπιέτ, πουτίγκα, πραλίνα, πραλινέ, προβανσάλ ή προβενσάλ, ραβιγκότ, ραγού ή ραγκού, ρακλέτ, ρέβα, ρολό ή ρουλό, ρουλάντ, ρεστοράν, ρεστορατέρ, σαβαγιάρ, σαβαρέν, σαγκουίνι, σαλμί, σαμπλέ, σαρλότ, σενιάν, σου, σου α λα κρεμ, σουβέρ, σορμπέ, σως, σως μπατόν, σωτάρω, σωτέ, σαμπάνια, σαμπανιζέ, σαντιγί, σουκρούτ, σπεσιαλιτέ, ταμπουλέ, τάρτα, ταρτ τατέν, ταρτάρ, τεμπάλ, τρούφα, φαρίν λακτέ, φραπέ, φρικασέ, φαρσί, φρουί γκλασέ ή φρουί γλασέ, φουαντρέ, φουαγκρά, φυμέ, φουκού, φλαμπέ, φραμπουάζ, προφιτερόλ, πτι μπερ, πτιφούρ, σουφλέ, σουπέ, σεφ, σεφ πατισιέ, τρανς, φοντάν, φο-φιλέ, ογκρατέν, κουαντρό)

10 MΟΔΑ α) ρούχα: ανσάμπλ, αντραβέ, αζούρ, ασορτί, αμπίρ, βεστόνι, εμαγιέ, εβαζέ, εκάι, εξαντρίκ, εξτραβαγκάν, ζακάρ, ζαπονέ, ζιλέ, κυλόττα, ζιπούνι, σάρπα, καλσόν, καμπαρντίνα, κομπινεζόν, καλτσόν, κασκόλ, κασκορσέ, κορσές, κολάν, κουάφ, κοτόν, κλος, κρετόν, κρέπι ή κρεπ, λεοπάρ, μαροκέν, λουτρ, μαγιό, μανσέτα, μανσόν, μαντό, μελόν (καπέλο), μουαρέ, μουλινέ, μουσελίνα, μουφλόν, μπλούζα, μπλουζόν, μπορντούρα, μπρετέλα, ριγέ, ζαρτιέρα, νεγκλιζέ, ντεκολτέ, ντρίλι, παντελόνι, παρεό, παλτό, πενιουάρ, μαρινιέρα, μερσεριζέ, μιραμπό, μουλάζ, μπροσέ, μπουφάν, μπέρτα, μπρουνέτ, μπροντερί, ντεφιλέ, ντεζαμπιγιέ, ντεπιές, ντραπέ, παπιγιόν, παγέτα, παντατίφ, παρντεσού, πατρόν, πελερίνα, πιε ντε πουλ, πομπόν, πούδρα, γκομάζ, πλισέ, πλισές, πονζέ, πρενς ντε γκαλ, ραιγιόν ή ρεγιόν, ρομπ ντε σαμπρ, σαλοπέτ, σαμπό, σαντούκ, σεμιζιέ, σερβιέτα, σικ, σινιέ, σοσόνι, σουέτ, ταγιέρ, τόκα, τρανσπαράν, τρουά-καρ, τρικαντό, τρικό, φλοράλ, φουλάρι, φουρό, φράκο, φραμπαλάς, φρου φρου, ωτ κουτύρ. β) 'γούνες': βιζόν, ετόλ, λουτρ, μουτόν, ρενάρ

γ) 'υφάσματα': βισκόζ, βουάλ, εμπριμέ, αλπακάς, καμηλό, καρό, πτι καρό, κοτλέ, λαμέ, λαστέξ, μπροκάρ, ντουμπλ φας, ντουσές, ντραπαρία, πικέ, πλατινέ, ποπλίνα, ρελιέφ, σανζελιζέ, σατέν, σατινέ, σεβιότ, σενίλ, ταφτάς, τεργκάλ, τούλι δ) 'ραπτική': αμπιγιέ, δαντέλα, καπιτονέ, κρουαζέ, κορσάζ, μανεκέν, μπουτίκ, ντεμοντέ, πασαρέλα, ρεβέρ, σουά σοβάζ, τρουακάρ, φερμουάρ, φεστόνι, φροτέ, πρετ-α-πορτέ) ε) κοσμήματα (κραγιόν, κολιέ, κολιέ-πεντατίφ, μενταγιόν, μπιζού, μπρασελέ, φο μπιζού) κ.α.

Επίδραση της γαλλικής γλώσσας στην ελληνική σε πολλούς τομείς 2[επεξεργασία]

11. Αντικείμενα - χώροι, χώροι σπιτιού - μέρη - ζώα-φυτά : (αγκράφα, αμπαζούρ, αντιλόπη, αεροζόλ, αλέα, αμπρί, απαρτεμάν, απλίκα, αραχίδα, βαζελίνη, βιτρώ, γιογιό, γκάζι, γκαζιέρα, γκαζόν, γκαρίγκ, γκαρσονιέρα, γρίλια, γκομπλέν, γκριφόν, εσάνς, εσκαργκό, ζαρντινιέρα, ζούγκλα, κανίς, καρμπόν, καπότα, καρνέ, καναπές, κλουαζονέ, κονσόλα, κομφετί, καλότα, καμπινές, καμιζόλα, καμπινέ, καρπέτα, κολόνια, κλασέρ, λαμπατέρ, λαμπιόνι, λαντό, λούπα, (φακός), μακί, μαλτέζ, μοκέτα, μπαλόνι, μπερέ ή μπερές, μπετόνι, μπισόν φριζέ, μπιτόνι, μπιμπελό ή μπιμπλό, μπιντές, μπιμπερό, μπολ, μπομπόνι, μπουγιότα, μπριγκέτα, μπουκέτο, νάγια, νεσεσέρ, ντεπώ, ντους ή ντουζ, ο ντε τουαλέτ, οξυζενέ, ορχιδέα, παβιγιόν, πανσές, παντζούρι, παραβάν, παρασόλ, παρτέρι, πασπαρτού, περφορατέρ, πιλοτή, πινέζα, πλαφονιέρα, πλερέζα, πορτατίφ, ποσέτ, πουφ, πρεσπαπιέ, πρες πουρέ, ρεζεντά, ρετιρέ, ριντό, ρουζ, ρουμπινές, σαλόνι, σαλέ, σέπαλο, σεζλόνγκ, σεκρετέρ, σεμέν (σεμεδάκια), σερβάν, σομιές, σουίτα, σουμέν, σουπλά, σοφίτα, σοφόρα, στόρι, ταπισερί, ταμπουρέ, τολ, φερφορζέ, φλοτέρ, σακ βουαγιάζ, σερπαντίνα, σιλό, σιφονιέρα, σκαμπό, στορ, τιρμπουσόν, λάμπες μπαγιονέτ ή μινιόν, ταλκ, τουαλέτα, τούγια, τσιντσιλά, φασαμέν, φοξ τεριέ, αργκάλ, ουριάλ). και πολλών άλλων επιστημών

12. Γράμματα και τέχνες : ακορντεόν, ακτιβισμός, αρ νουβό, αρ ντεκό, ατελιέ, αφίσα, βιέλα, γκαλέ, γκαλερί, γκαλερίστας, γκραβούρα, εστέτ, κολάζ, μπαρόκ, ντοκτορά, ρεσιτάλ, ρεφρέν, ρετρό, σολφέζ, στιλ. κ.α

13. Λεπτότειχες ή μη κατασκευές - Αλουμινοκατασκευές αγγλέ, ρουστίκ, κοντραπλακέ, μπριγιάν, μπριγιαντίνη, λαμινέ, γαλβανιζέ, ζιργκόν, σαγρέ, σενάζ κ.α.

14. Κομμωτική  : α λα γκαρσόν, λακ, λοσιόν, μακιγιάζ, ντεμακιγιάζ, μακιγιάρω, κλασίκ, κου ντε πεν, κουπ, ποστίς, μιζανπλί, μπικουτί, μπουκλέ, κολορασιόν, ντεκολορασιόν, πενιέ, περμανάντ, πομπαντούρ, (χτένισμα) ρεφλέ, σαμπουάν, σινιόν, τουρμπάνι, φιλές, φιξάρω, φριζάρω, οτ κουαφίρ, μπούκλα

15. Χημεία, Φυσική' Στεδόν το σύνολο των συμβόλων της Χημείας προέρχονται από τα γαλλικά. (αλουμίνα, αιθυλένιο,αμπεράζ, ασετόν, ακρυλικό, αλκάλιο, αλκαλοειδές, αμίαντος, αμινο-, αμπέρ, ανιλίνη, ασετιλίνη, βατ, βακελίτης, βάριο, βενζόλη, βενζόη, βόριο, βρόμιο, βισμούθιο, βιτριόλι, βηρύλλιο, βολτάζ, βολταικός, βουλκανισμός, γραφίτης, γρανίτης, δολομίτης, εβονίτης, εστέρας, ιρίδιο, θόριο, κάδμιο, κάλιο, καρμίνιο, κέσιο, κετόνες, κιλοβάτ, κιλοβατώρα, κολοφώνιο, κουλόμπ, λανολίνη, λιγνίτης, μαγδαλήνιο ή μαγδαλένιο, μελαμίνη, μεγαβάτ, μπεκερέλ, μολυβδένιο, νετρόνιο, νικελιούχος, παραθείο, πεντάνιο, παραφίνη, πασκάλ, ριπολίνη, υπερίτης, φορμόλη, χλώριο, χλωροφόρμιο) Στην φυσική τους τύπους τους διαβάζουμε στα γαλλικά. Π.χ. h = ½ g t² . Λέμε: ασ ίσον έν δεύτερο ζε τε τετράγωνο (και όχι έιτς ίσον εν δεύτερο τζι τι τετράγωνο). Ακόμα, μερικές φορές προφέρουμε στα γαλλικά ακόμα και τα ονόματα επιστημόνων που δεν είναι Γάλλοι. Π.χ. τον Henry (Χένρι, αγγλοαμερικάνος) πολλοί τον διαβάζουν Ανρί. Ακόμα και το υδρογόνο ή το οξυγόνο ή το φθόριο, ή το αιθύλιο προέρχονται από τη γαλλική μετάφραση παρά το γεγονός ότι στην ουσία είναι αντιδάνεια αφού προυπήρχαν οι ρίζες στα αρχαία ελληνικά. Και βέβαια και τα παράγωγα επίθετα π.χ ακρυλικός Περιοδικός πίνακας των στοιχείων στα γαλλικά Επίσης προθήματα όπως νιτρο.

16. ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΕΣ ζουάβος, Κεμπεκουά, Κρεολός, κρεολή, απάχης, απάχισσα

17. Ανένταχτα (αμόκ, αν μπλοκ, α προπό, αζιμούθιο, Αντάντ, αρζαντέ, βεριτάμπλ, βουαλά, εξτραφόρ, ζαμανφού, κομπλιμάν, μερσί, λετρίνα, λινοτύπης, λινοτυπία, μαμαζέλ ή μαμζέλ, μετρέσα, μουσώνας, μπιέλα, μπλαζέ, μπολερό, μπορ, μποά, μενίρ, μπριγιόλ, νέον, νευρογλοία, νιόβιο, ντάλια, ντεκαπάν, ντεμπιτάντ, ντιστενγκέ, ντολμέν, ντουμπλές, ντεκαπέ, οδαλίσκη, οντουλάρω, οντουλασιόν, οντουλέ, ο λα λα, ορλόν, όσκολο, παπιέ μασέ, Παριζιάνος, παρντόν, παρτούζα, πατ, πατ ντε φλερ, πατσουλί, πεκινουά, πιάν, πιρουέτα, πινάκλ, πλαστρόν, πορτμπονέρ, πρέφα, ραμολί, ρουμπίνι, ρουτίνα, σατομπριάν, σερζ, σκαμπίλι, σερσέ λα φαμ, σουμπλιμέ, σουσού, συλφίδα, ταρταρίνος, τουλίπα, τουπέ, τουρμπίνα, τουρνικέ, τραλαλά, τρενάρω, τρικ, φαγιάντσα ή φαγιάνς, φρίζα, φρου φρου, χαμίνι, λετρασέτ, περκάλ, κοντράστ)

18. Γαλλικές Σπεσιαλιτέ εδώ

19. Νομίζω πως ακόμα και ιταλικές λέξεις πέρασαν στα ελληνικά μέσω της γαλλικής όπως παρμεζάνα, παρτιζάνος


20. Τυχαία - Επιπρόσθετα απλικατέρ, απολιτίκ, αξάν, αραμπέσκ, βενεδικτίνη, βουαλάζ, γκαραζιέρης, ζιγκόν (καρέκλες), καστόρ, καμπαρντινέ, κουπλέ, κομπλικέ, μεταλλιζέ, ντεζά βυ ή ντεζαβού, παντοφλέ, αντίβ, σικορέ, ταμπλό βιβάν, απλικέ, λασσέ, μαδρέν, μασκαρέ, μπαναλιτέ, σοφρουά (σάλτσα), αμερικανιζέ, μπραιζέ, αρμ (στρατός), κρεμ ρουαγιάλ, κρεμ γκανάς, (σως) μπαβαρουάζ, μπρουτάλ, μπρουταλιτέ, κου ντε φουντρ, γκαγκά, οψιόν.

21. Γαλλικά αποθέματα που επηρεάζουν συχνά την νεοελληνική αργκό ή εκφράσεις : καταπληκτικμάν, κρεβατάμπλ, πλερουά, προτεζέ, μερσώ, καραμερσώ, μποτέ, ξενερουά, φορσέ, ναφαν γκατέ, κουλτουρέ, τζαμπέ, (τρε) κομιλφό, κομσί κομσά,

22. Λέξεις αργκό : ορεβουάρ, σιλάνς, μεσιέ, μαντάμ ή μανδάμ, μαμζέλ ή μαντμαζέλ ή ακόμα και ματμαζέλ, μπαρδόν, μπριζολέ, σουρεάλ, ταπί (όχι με την έννοα του τάπητα.

Επίδραση της γαλλικής γλώσσας στην ελληνική σε πολλούς τομείς 3[επεξεργασία]

23. Υπάρχουν επίσης πολλές λέξεις επιστημονικές που έχουν περάσει από τα γαλλικά στα ελληνικά και χρησιμοποιούν κατά το ήμιση ή και 100% ελληνικές ρίζες όπως αγνωστικισμός ή αγνωσιαρχία, αερογκάζ, αγραμματισμός, αεροπερατός, ακρομεγαλία, ανοξία, αντιβιόγραμμα, αντίγονο ή αντιγόνο, αστιγματικός, αστιγματισμός, βακτηριολογία, βακτηριολογικός, βαρόμετρο, βιογένεση, βιογενετική, βιοθεραπεία, βιοκλιματολογία, βιονική, βιονομία, βιόσφαιρα, βιότοπος, βοτανική, βρογχεκτασία, βροντόσαυρος, ισότοπο, ιδιοστατικός, μυοκλονία, μυοπάθεια, οικολογία, οικοσύστημα, ολόγραμμα, ολογραφία, οξαλικός, ορμόνη, όσμιο, ουβερτούρα, πανζοωτία, παντογράφος, παραφασία, παραψυχικός, παρνασσισμός, περίμετρο, πετρογκάζ, πετροχημεία, πεψίνη, πολυτραυματίας, πολεμολογία, προθρομβίνη, πρωτείνη, σακχαρίνη, σκάφανδρο, σκεπτικισμός, τραχειίτιδα, σπληνογραφία, στατιστικός, στερεογραφία, στερεοσκόπιο, στερεοστατική, στερεοσκόπιο, στερεότυπος, στερεοφωνία, στερεοφωτογραφία, στερεοχρωμία, στρατόσφαιρα, στρεπτόκοκκος, στρυχνίνη, στυλογράφος, συνδικαλίζομαι, συνδικαλισμός, συνδικαλιστής, συνδικαλίστρια, συνδικάτο, τηλεγραφία, τηλέγραφος, τηλεκάρτα, τηλεπάθεια, τηλεσκόπιο, τηλέφωνο, τηλεφωνώ, τοξικομανία, τοξίνη, τραγικοκωμωδία ή τραγικωμωδία, τραχειοβρογχικός, τραχειοβρογχίτιδα, τριγωνομετρία, τυπογραφία, τυπογράφος, υδρογραφία, υδροθεραπεία, υδροκεφαλία, υδροκλιματολογία, υδρολογία, υδροστατικός, υπνωτίζω, υπνωτισμός, υποβιταμίνωση, υποθάλαμος, υποχλωρυδρία, υστερία, φαντασμαγορία, φαρμακογνωσία, φαρμακολογία, φαρυγγίτιδα, φαρυγγολαρυγγίτιδα, φαρυγγοτομία, φιλελληνισμός, φλεβίτιδα, φοβία, φυλλοξήρα ή φυλλοξέρα, φυτολογία, φωνογράφος ή φωνόγραφος, φωνομετρία, φωνόμετρο, φωτογραφία, φωτογράφος, χαλκογραφία, χλωροφύλλη, χολοκυστεκτομή, χολοκυστίτιδα, χολοκυστογραφία, χροναξία, χρωμολιθογραφία, ψευδάρθρωση, ψυχασθένεια, ψυχιατρική, ψυχίατρος,ψυχοαναληπτικός, ψυχογένεση, ψυχοθεραπεία, ψυχοληπτικός, ψυχολογία, ψυχομετρία, ψυχοπάθεια, ψυχοπαθολογία, ψυχοπαιδαγωγικός, ψυχοτονικός, ψυχοτρόπος, ψυχοφυσικός, ψυχομετρία, ψυχρόμετρο, ψυχρόφιλος, ψύχωση, ωσμόμετρο, ώσμωση, ωτορινολαρυγγολογία, ωτοσκλήρυνση ή ωτοσκλήρωση, ωτοσκόπηση ή ωτοσκοπία, ωτοσκόπιο

24. Ελληνογενείς ξένοι όροι ορθοπαιδική, ιχθύωση, καρκινόλυση, μονολιθικός, μονομανία, μονομανής, μονομεταλλισμός, μονόσπερμος, μονοτυπία, μονοφυσιτισμός, μονοχρωματικός, πετρογαλή, πετρογονία, πετρογραφία, πιεσόμετρο

25. Πλήθος μεταφραστικών δανείων 1985 εγγραφές όπως αγαθοπιστία bonne -foi, φερέφωνο, porte-voix, εγκιβωτίζω encaisser, εγκληματολογία criminologie, εγκλιματίζω acclimater, θνησιμότητα mortalité, ιχθυοκαλλιέργεια pisciculture, κακοαναθρεμμένος mal élevé, πετρελαιοφόρος pétrolifère, ροκαμβολικός rocambolesque, αντιολισθητικός antidérapant, ανακατακτώ reconquérir, αγγλισμός anglicisme, αεροθάλαμος, ωχρόφαιος

26. Το ίδιο άπειρα σημασιολογικά δάνεια. 2607 εγγραφές Ενδεικτικά : αγγειολογία angiologie, αγγειοσυσταλτικός vaso-constricteur, αβράκωτος sans culotte, άβυσσος abysse , αγένεια bassesse, αγενής ignoble, ταπεινής καταγωγής αγαπώ aimer αγαπώ στο λεξικό Τριανταφυλλίδη [αρχ. ἀγαπῶ (3β: λόγ. σημδ. γαλλ. aimer)], αιθέρας, αθλητικός athlétique κτλ

27. Λόγια 676 εγγραφές όπως αβιταμίνωση avitaminose, αγγειογραφία angiographie, αγγειοδιασταλτικός vasodilatateur, αγγλόφιλος anglophile, κολιμπρί colibri, νιχιλισμός nihilisme, οισοφαγίτιδα oesophagite, φωτογένεια photogénie, polyuréthane πολυουρεθάνη

28. Λογ. σημδ. 2599 εγγραφές όπως αγαθό biens [αρχ. ἀγαθόν, πληθ. (στη σημ. 1α) τά ἀγαθά (1β: λόγ. σημδ. γαλλ. biens· 2α: λόγ. < αρχ. ἀγαθόν· 2β: ελνστ. σημ.), δούκας κτλ.]

29. Λόγια που προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά όπως π.χ αγγελία annonce [λόγ. < αρχ. ἀγγελία `δημόσια διακήρυξη΄ σημδ. γαλλ. annonce], εντερ-αλγία entéralgie

30. Επίδραση της αρχαίας γαλλικής όπως λουκέτο κ.α.

31. Παρωχημένα ή σπάνια όπως αμβελόπα, αντρές, γκαλέ πολί, μπουκλάζ, καρτονάζ, κομβερτισέρ, ντιλετάντ, ρεπικάζ, τουρναμάν, γκρας ή γκρα, φασαφάς

32. Ποικιλίες σταφυλιών καμπερνέ, καρντινάλ (με καταγωγή καλιφορνέζικη), ρεμπιέ (Alphonse Lavallée), σεμιγιόν.

33. Γνωστές ποικιλίες γαλλικού κρασιού σαρντονέ, σοβινιόν μπλαν, καμπερνέ σοβινιόν, μερλό, σιρά ή σπανιότερες όπως βιονιέ, γκρενάς ρουζ, καρινιάν, πινό νουάρ, πινό μενιέ κ.α.

34. Mεταφορές εκ των γαλλικών περσίδα, ιταλισμός και αποδόσεις όπως ιχθυέλαιο

34. Τονισμός στην λήγουσα ελληνικών λέξεων αγορέ, ανθρακί, κυριλέ, λουλακί, μελιτζανί, μενεξεδί, χιονέ, πετσετέ, ροζακί, μπανανέ, σπορτέξ ή όχι απαραίτητα π.χ. μανταμέ ή και σουβλακερί, σαντουιτσερί, ρουφιανερί, βαφλερί, μπουζουκλερί

35. Ονόματα μάρκας  : κλωνατέξ, πλυντηρέξ, συρτέξ, χρωτέξ


Προσοχή όμως, υπάρχουν καμιά δεκαπενταριά ψευδόφιλα!!! (faux-amis) Είναι νορμάλ!

Υπό εξέταση[επεξεργασία]

ραφινερί, εκραζέ, α κατρ μαιν, κροκ-γκοφρ, γκοφρ, πουαντιγιέ, κρυσταλιζέ, πεκάν, μπρικολάζ, μπρικολέρ, κομπόστ, φιξέ, ποζιτίφ, ρεγκάλ, ντιέζ, ακριλάν, ζιπ κιλότ, καμηλό, ασιέτ ανγκλαίζ, ασπίκ, φροτάζ, γκρατάζ, ντεκολάζ, μπρουιτάζ, μοντερνιτέ, νουβοτέ, κουραγκλέζ, κρεπόν, κρεσόν, σουά σοβάζ, σουσέφ σπασουάρ, ντεκαποτάμπλ, ντεπασέ, βιζαζίστ, ρεφλεκτέρ, αροζέ, φιζίκ, φιλιέρα, φιξατέρ, φιξασιόν, φιξατίφ, ζελ, γκρο, γκρο γκρεν, (τα) ντεφό, διαγωνάλ, ρεγκλάν, μοζαΐκ, πλουράλ, εφιλέ, βισισουάζ, ζαμπονό, κλαριφιέ, κοκίγ, κοκότ, κοσέρ, κουπ, κουρ-μπουγιόν, κροκ μεσιέ, μαρινέ, μαρινιέρ, μαντλέν, μαρζιπάν, μασεντουάν, ματελότ, ματινιόν, παλέτ (μαχαίρι), μελάνζ, μιρεπουά, μορνέ, μοσκοβίτ, μπελ ελέν, μπερ μανιέ, μπαλοτίν, μπαρκέτ, μπενιέ, μπεαρνέζ,μπερ μπλαν, μπιεν κουί, μπισκ, μπλανκέτ, μπουκέ γκαρνί, μπραντάντ, μπριζέ, φεγιετέ, μπρινουάζ, ναβαρέν, ναπέ, νατύρ, νουαζέτ, νταριόλ, νταρτουά, ντεγκιστασιόν, ντεγκιστατέρ, ντεγκορζέ, ντεκοβίλ, ντιάμπλ, ντιζονέ, ντιξέλ, ντισές, ντοφινουάζ, (πατάτες) ντοφίν, ντομπ, παλμιέ, πανέ, παπιγιότ, παρμαντιέ, περσιγιάντ, πισαλαντιέρ, πιστού, πρεσαλέ, ρατατούιγ, ραταφιά, ρεμουλάντ, ρεμπλοσόν, ρισόλ, ρουίγ, ρου, νισουάζ, σαμπρέ, σιβέ, εσαλότ, σιμπουλέτ, σινουά, σοσίς, ταπενάντ, τουρνεντό, φριτό, ω μπλε, σανσόν, σελεμπριτέ, εκλαντόρ, κουμπλάν, μανόν, μαιν κουράντ, μπας κλας, μπεν μιξτ, κενέλ, κρουστάντ, λαρντόν, λανγκ ντε σα, ντεγκλασάρισμα, σαμπινιόν, φλαζολέ, φλαν, φρανζιπάν. terminologie culinaire cf. Διάφορες σος Γλωσσάρι μαγειρικής συνταγές μαγειρικής -- κομπλέρ, κοντρολέρ

Mots à exclure ? καρτέλ

Expressions verbales sans article - Pηματικές εκφράσεις χωρίς άρθρο[επεξεργασία]

ça mérite réflexion... mériter attention, mériter confirmation, mériter considération, mériter examen, mériter discussion, mériter réflexion accuser réception, afficher porte close, afficher porte ouverte, ajouter foi, avoir affaire à, avoir conscience, avoir connaissance, avoir cours, avoir coutume, avoir droit de cité, avoir foi, avoir hâte, avoir pied,avoir prise, avoir raison, avoir tendance, avoir vocation, baisser pavillon, conter fleurette, contracter mariage, couler corps et biens, couper court, coûter bonbon,crier famine, crier haro, crier misère, crier vengeance, déposer plainte, donner lieu, donner carte blanche, donner chaud, donner créance, donner corps, donner faim, donner froid dans le dos, lâcher prise, laisser carte blanche, laisser place, donner rendez-vous, donner sujet, chercher noise, chercher querelle, chercher refuge, donner (l') exemple, donner occasion, donner matière à, donner naissance, donner signe de vie, être fonction, être pieds et poings liés, redonner vie, faire abstraction, faire affaire, faire appartement séparé, faire attention, interjeter appel, prêter attention, prêter main-forte, poser problème?, poser question, faire acte, faire appel à, faire barrage, faire bande à part, faire bloc, faire bombance, faire bonne chère, faire bonne figure, faire petite chère, faire bronzette, faire caisse commune, faire cause commune, faire cas, faire chambre à part, faire commerce, faire confiance, faire cours, faire coup double, faire écho, faire équipe, faire étalage, faire état, faire grâce, faire grève, faire grief, faire honneur, faire honte, faire jeu égal, faire justice, faire justice soi-même, faire machine arrière, faire main basse, faire marche arrière, faire match nul, faire patte de velours, faire référence, faire réparation, faire ripaille, faire route, demander réparation, faire mention, faire mine, faire montre, faire part, faire pénitence, faire piètre figure, faire polémique, faire pression, faire preuve, faire problème, faire profil bas, faire rage, faire recette, faire peur, faire prime, faire salle comble, faire scandale, faire semblant, faire sensation, faire signe, faire silence, faire surface, donner suite, faire table rase, faire tapisserie, obtenir gain de cause, obtenir justice, obtenir réparation, faire face, faire famille, faire feu, faire fi de, faire figure, faire florès, faire fortune, faire foi de, faire fonction de, faire front, faire front commun, faire fureur, faire grand, faire peau neuve, faire place, faire plaisir, faire sens, faire suite, faire mouche, faire obstacle, faire obstruction, faire œuvre, faire office, faire usage, faire date, faire débat, faire demi-tour, faire vinaigre, faire volte-face, faire défaut, faire défection, faire diversion, faire don, faire opposition, faire campagne, faire concurrence, faire corps, faire crédit, faire envie, faire erreur, fausser compagnie, garder confiance, jurer fidélité, demander asile, demander justice, donner acte, donner asile, donner prise, inspirer confiance, livrer bataille, livrer combat, livrer passage, montrer patte blanche, passer commande, plier bagage, porter assistance, porter atteinte, porter bonheur, porter chance, porter conseil, porter malheur, porter plainte, porter préjudice, prendre acte, prendre chair, prendre confiance, prendre conseil, prendre corps, prendre connaissance, renouer contact, reprendre connaissance, prendre conscience, rendre compte, rendre hommage, rendre honneur, prendre livraison, rendre service, rendre visite, reprendre confiance, reprendre courage, perdre confiance, perdre connaissance, perdre contenance, perdre pied, prendre fait et cause, prendre forme, prendre garde, prendre goût, prendre congé, prendre feu, prendre fin, prendre note, prendre bonne note, prendre part, prendre patience, prendre peur, prendre pied, prendre place, prendre plaisir, prendre possession, prendre position, prendre prétexte, prendre racine, prendre rendez-vous, prendre tournure, prendre vie, réclamer justice, reprendre vie, rester lettre morte, tenir lieu, tenir meeting, tenir rigueur, tenir parole, tenir tête, tenir compagnie, tenir compte, tirer avantage, tirer parti, tirer profit, tomber enceinte, tomber pile-poil, tourner vinaigre, arriver pile-poil, toucher terre, trouver refuge, donner raison, rendre raison, entendre raison, voir grand Dans la même veine l'expression il faut raison garder = Il ne faut rien exagérer

Και με επίθετα: faire simple, faire compliqué

Mots à aimer et mots chéris[επεξεργασία]

carabistouille mensonge, bêtise déréliction abandon, s'esbigner s'enfuir, s'esbaudir s'égayer, patibulaire, zinzinuler gazouiller, abscons complexe, flagorneur flatteur, filandreux rempli de fils, turlupinade plaisanterie, primesautier sans réflexion préalable, billevesée, baliverne vitupérer blâmer, rabrouer renvoyer quelqu'un en le réprimant, vilipender, jadis, s'abeausir, faire fi de, pourfendre, ambidextérité, antiseptie, malingreté, objurguer, subséquemment, sibyllin, entourloupette, abstrus, présentement, embruns, obsolète, dahu, bidouiller, ubuesque, turpitude, ignominie, ubiquité, thuriféraire, valétudinaire, souffreteux, incongru, peu ou prou, brouhaha, chape-chute fesse-mathieu, méandres, superfétatoire, se subroger, brio, coureur de ruelles, rédhibitoire, conter fleurette, parler à fleurets mouchetés, stipendier, dégingandé, ad hominem = attaquant directement la personne à qui on s'adresse, déblatération, escogriffe, batifolage, fugace, évanescent, tacticien, obvier, zététique, panurgisme, obsolescence programmée, péréquation, être en délicatesse avec, faconde, exsangue, infobésité, désinfatuer, accommodement raisonnable, bashing, substantifique moelle, énergivore, columbarium, sexting, emoji, contingences, geindre, plumon, finette, [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]], [[]],

Les plus beaux mots de la langue française[επεξεργασία]

Dictionnaire du français littéraire - mots rares et difficiles

Γνώσεις σε γλώσσες[επεξεργασία]

Βαβέλ
el Αυτός ο χρήστης έχει ως μητρική γλώσσα την Ελληνική.
fr Cette personne a pour langue maternelle le français.
en-4 This user speaks English at a near native level.
it-2 Quest’utente può contribuire con un Italiano di livello intermedio.
es-2 Este usuario puede contribuir con un nivel intermedio de español.
de-2 Dieser Benutzer hat fortgeschrittene Deutschkenntnisse.
Αναζήτηση γλωσσών των χρηστών

Lexique de biologie[επεξεργασία]

Λεξιλόγιο Βιολογίας

La chimie au lycée[επεξεργασία]

La chimie au lycée

Lexique culinaire[επεξεργασία]

Lexique culinaire

Lexique de la peur[επεξεργασία]

Lexique de la peur V Peur Champ lexical de la peur

Lexique informatique[επεξεργασία]

Informatique PDF

LEXIQUE DE L'IMMOBILIER[επεξεργασία]

Immobilier

LEXIQUE DES TERMES LITTÉRAIRES NÉCESSAIRES POUR ÉTUDIER UN TEXTE[επεξεργασία]

LEXIQUE DES TERMES LITTÉRAIRES NÉCESSAIRES POUR ÉTUDIER UN TEXTE

Lexique en français de la politique[επεξεργασία]

Politique

Football[επεξεργασία]

Λεξικό όρων ποδοσφαίρου Lexique du football grec - français - anglais

Lexique du football

Lexique en français de la police[επεξεργασία]

Police

Lexique - Oenologie[επεξεργασία]

[1]

Lexique de sociologie[επεξεργασία]

Sociologie

Lexique zoologique[επεξεργασία]

Zoologie - PDF

Lexique[επεξεργασία]

Physique[επεξεργασία]

Physique

Lexique bancaire et économique[επεξεργασία]

Lexique bancaire et économique

Petit lexique de termes médicaux[επεξεργασία]

Petit lexique de termes médicaux

Lexique juridique[επεξεργασία]

LEXIQUE JURIDIQUE

Dictionnaires - Mots / Λεξικά - Λέξεις[επεξεργασία]

CNRTL a

Wordreference

glosbe

Translatum

Sensagent