Χρήστης:Lou/ικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λείπουν ακόμα 14.259 ορισμοί.

α[επεξεργασία]

αγιωτικός αγροληπτικός αερικός αζωικός

ακερικός ακονιστικός ακριτικός ακροαματικός ακροαστικός ακροβατικός ακρυλικός ακτινογραφικός ακτινολογικός ακτινομετρικός ακτινοσκοπικός ακτοπλοϊκός ακυρωτικός ακυτταρικός αλαζονικός αλγοριθμικός αλεστικός αλιευτικός αλκαϊκός αλκαλικός αλκοολομετρικός αλληγορικός αλληλοδιδακτικός αλλομετρικός αλλοστερικός αλπικός αλφαβητικός αλφαριθμητικός αλχημικός αμβλυντικός αμβλυωπικός αμινοβουτυρικός αμμωνιακός αμοραλιστικός αμπερομετρικός αμυντικός αμφιθεατρικός αναβλητικός αναβολικός αναγεννησιακός αναγεννητικός αναγκαστικός αναγλυφικός αναγνωριστικός αναγνωστικός αναγουλιαστικός αναγωγικός αναδημιουργικός αναδρομικός αναθεωρητικός αναθηματικός αναιρετικός αναισθητικός ανακαινιστικός ανακλαστικός ανακλητικός ανακουφιστικός ανακριτικός ανακτορικός αναληπτικός αναλογικός αναλογιστικός αναλυτικός αναμνηστικός αναμορφωτικός ανανεωτικός αναξιοκρατικός αναπαιστικός αναπαραγωγικός αναπαυτικός αναπηρικός αναπλαστικός αναπληρωματικός αναπνευστικός αναποτελεσματικός αναπτυξιακός αναρριχητικός αναρροφητικός αναρρωτικός ανασκαφικός ανασκευαστικός ανασταλτικός αναστηλωτικός ανασχετικός ανατιμητικός ανατολικός ανατρεπτικός ανατριχιαστικός αναφορικός ανδρικός ανδροκρατικός ανδρωνυμικός ανεδαφικός ανεικονικός ανεκδοτικός ανεκδοτολογικός ανεκτικός ανελαστικός ανελικτικός ανεπιστημονικός ανευρυσματικός ανεχτικός ανησυχαστικός ανησυχητικός ανηφορικός ανθεκτικός ανθελληνικός ανθελονοσιακός ανθιδρωτικός ανθρακικός ανθρωποκεντρικός ανθρωπολογικός ανθρωπομετρικός ανθρωπομορφικός ανθυποβρυχιακός ανικτερικός ανιμιστικός ανισομετρικός ανιχνευτικός ανοδικός ανοικοδομητικός ανομοιωτικός ανοργασμικός ανορθωτικός ανοσοκατασταλτικός ανοσολογικός ανοσοποιητικός ανταγωνιστικός ανταλλακτικός αντανακλαστικός ανταποδοτικός ανταρκτικός ανταρτικός αντεθνικός αντεκκλησιαστικός αντεπαναστατικός αντεπιστημονικός αντεργατικός αντηχητικός αντιαεροπορικός αντιαθλητικός αντιαλγικός αντιαρματικός αντιαφροδισιακός αντιβασιλικός αντιβηχικός αντιβιοτικός αντιγραφικός αντιδημοτικός αντιδιφθεριτικός αντιδογματικός αντιδραστικός αντιδυναστικός αντιεμετικός αντιεμπορικός αντιεπιστημονικός αντιηρωικός αντιθεατρικός αντιθετικός αντιθρησκευτικός αντιιδρωτικός αντιισταμινικός αντικαθεστωτικός αντικαλλιτεχνικός αντικανονικός αντικαρκινικός αντικειμενικός αντικληρικός αντικοινοβουλευτικός αντικοινωνικός αντικομματικός αντικομουνιστικός αντικομφορμιστικός αντικυβερνητικός αντιλαϊκός αντιληπτικός αντιλυσσικός αντιμεθυστικός αντιμηνιγγιτικός αντιμιλιταριστικός αντιμοναρχικός αντιμονοπωλιακός αντινευρικός αντινεφικός αντιοικονομικός αντιολισθητικός αντιπαθητικός αντιπαιδαγωγικός αντιπαραγωγικός αντιπαραθετικός αντιπαρασιτικός αντιπατριωτικός αντιπειθαρχικός αντιπηκτικός αντιπληθωριστικός αντιπλημμυρικός αντιπνευμονικός αντιποιητικός αντιπολεμικός αντιπολιτικός αντιπροστατευτικός αντιπυραυλικός αντιπυρετικός αντιπυρηνικός αντιπυρικός αντιρατσιστικός αντιρρευματικός αντιρρητικός αντιρυτιδικός αντισεισμικός αντισκορικός αντισκωριακός αντισοβιετικός αντισπασμωδικός αντισταθμιστικός αντιστασιακός αντιστρατιωτικός αντισυλληπτικός αντισυμμετρικός αντισυνταγματικός αντισυφιλιδικός αντιτετανικός αντιτοξικός αντιτορπιλικός αντιτρομοκρατικός αντιτυφικός αντιφασιστικός αντιφατικός αντιφεμινιστικός αντιφιλοσοφικός αντιφλογιστικός αντιφυματικός αντιχολερικός αντιχριστιανικός αντρικός αντωνυμικός ανυσματικός ανυψωτικός αξιοκρατικός αξιολογικός αξιωματικός αξονικός αξονομετρικός αξονοσυμμετρικός αοριστολογικός αορτικός απαγγελτικός απαγορευτικός απαιτητικός απαλειπτικός απαλλαχτικός απαλυντικός απαντητικός απαρεμφατικός απαρτικός απειθαρχικός απεικαστικός απεικονισματικός απειλητικός απειροστικός απεκκριτικός απελευθερωτικός απελπιστικός απεργιακός απεριοδικός απισχναντικός απλογραφικός απλοελληνικός απλοϊκός αποβατικός αποβιβαστικός αποβλακωτικός απογοητευτικός απογραφικός αποδεικτικός αποδειχτικός αποδημητικός αποδοκιμαστικός αποδοτικός αποθαρρυντικός αποθεματικός αποθετικός αποθεωτικός αποθηκευτικός αποθησαυριστικός αποικιοκρατικός αποικιστικός αποκαλυπτικός αποκαρδιωτικός αποκεντρωτικός αποκλειστικός αποκληρωτικός αποκοιμιστικός αποκριτικός αποκτηνωτικός απολαυστικός απολογητικός απολυμαντικός απολυταρχικός απομαχικός απομονωτικός απομυζητικός αποναρκωτικός αποξηραντικός αποπεμπτικός αποπλανητικός αποπληθωριστικός αποπληκτικός αποπνικτικός αποπνιχτικός απορρυπαντικός αποσβεστικός αποσμηκτικός αποσμητικός αποσπασματικός αποσταθεροποιητικός αποστειρωτικός αποστολικός αποστομωτικός αποστραγγιστικός αποσυνδετικός αποσυνθετικός αποταμιευτικός αποτρεπτικός αποφαντικός αποφασιστικός αποφατικός αποφθεγματικός αποφρακτικός αποχετευτικός αποχρεμπτικός αποχρωστικός αποψιλωτικός αποψυκτικός απτικός απωανατολικός απωθητικός αραβικός αραιωτικός αργιλικός αργολικός αργοναυτικός αρδευτικός αρθρικός αρθριτικός αριβιστικός αριθμητικός αριστοκρατικός αριστοτελικός αριστοτεχνικός αριστουργηματικός αριστοφανικός αρκαδικός αρμονικός αρνητικός αρπακτικός αρπαχτικός αρσενικός αρτηριακός αρτηριοσκληρωτικός αρχαγγελικός αρχαϊκός αρχαιογνωστικός αρχαιολογικός αρχαϊστικός αρχηγικός αρχιεπισκοπικός αρχιερατικός αρχικός αρχιμηχανικός αρχιμουσικός αρχοντικός αρωματικός ασβεστολιθικός ασηπτικός ασθενικός ασθματικός ασκητικός ασκός ασσυριακός αστακός αστιατρικός αστιγματικός αστικός αστρικός αστυκτηνιατρικός ασυμμετρικός ασφαλιστικός ασφαλτικός ασφυκτικός ασφυχτικός αταξικός ατιμαστικός ατιμωτικός ατλαντικός ατομικιστικός ατομικός ατομιστικός ατονικός ατοξικός ατροφικός αυθεντικός αυλικός αυταρχικός αυτιστικός αυτοβιογραφικός αυτογραφικός αυτοκινητικός αυτοκινητιστικός αυτοκρατορικός αυτοματικός αυτονομιστικός αυχενικός αφαιρετικός αφανιστικός αφεντικός αφηγηματικός αφηγητικός αφιδρωτικός αφιερωματικός αφιερωτικός αφομοιωτικός αφοπλιστικός αφοριστικός αφροδισιακός αφροδισιαστικός αχθοφορικός

γ[επεξεργασία]

γλαυκός γλυκαντικός γλυκός γλυπτικός γλωσσηματικός γλωσσικός γλωσσολογικός γλωσσοπλαστικός γναθικός γνοιαστικός γνωμικός γνωμοδοτικός γνωμολογικός γοητευτικός γονικός γονοτυπικός γοτθικός γραικός γυμνασιακός γυμναστικός γυμνικός γυναικολογικός γωνιακός

δ[επεξεργασία]

δαιμονιακός δαιμονικός δαιμονολατρικός δαιμονολογικός δακτυλικός δανειακός δανεικός δανειοληπτικός δανειστικός δαντικός δασικός δασκαλικός δασμολογικός δασοκομικός δασολογικός δασονομικός δαχτυλικός δεητικός δειγματοληπτικός δεικτικός δειχτικός δεκαδικός δεκτικός δελεαστικός δελφικός δενδροκομικός δεντρικός δεξιοτεχνικός δεοντολογικός δερματικός δεσμευτικός δεσποτικός δετικός δηλιακός δηλωτικός δημαγωγικός δημαρχιακός δημαρχικός δημευτικός δημιουργικός δημογραφικός δημοκοπικός δημοσιογραφικός δημοσιολογικός δημοσιονομικός δημοτικιστικός διαβαλκανικός διαβατικός διαβεβαιωτικός διαβητικός διαβιβαστικός διαβλητικός διαβολικός διαβρωτικός διαγνωστικός διαδημοτικός διαδικαστικός διαδοχικός διαζευκτικός διαζευχτικός διαθερμικός διαθετικός διαιρετικός διαισθητικός διαιτητικός διακοινοτικός διακομματικός διακονικός διακοσμητικός διακρατικός διακριτικός διακυβερνητικός διαλεκτικός διαλλαχτικός διαλογικός διαλυτικός διαμελιστικός διαμετακομιστικός διαμετρικός διαμορφωτικός διανεμητικός διανοητικός διανυσματικός διαπεραστικός διαπλανητικός διαπνευστικός διαπολιτισμικός διαπραγματευτικός διαρθρωτικός διαρροϊκός διαρρυθμιστικός διαρχικός διασαφητικός διασκεδαστικός διασκεπτικός διασκευαστικός διασπαστικός διασταλτικός διαστημικός διαστολικός διαστρεβλωτικός διασυμμαχικός διασωματειακός διατακτικός διατονικός διατρητικός διαφημιστικός διαφορικός διαφραγματικός διαφωτιστικός διαχειριστικός διαχρονικός διαχυτικός διαχωριστικός διδακτικός διδακτορικός διδασκαλικός διδαχτικός διεγερτικός διεθνιστικός διεισδυτικός διεκδικητικός διεκπεραιωτικός διεξοδικός διεπιστημονικός διερευνητικός διζωνικός διηγηματικός διηθητικός διηλεκτρικός διηπειρωτικός διθυραμβικός δικαιολογητικός δικαιωματικός δικανικός δικαστικός δικηγορικός δικολαβικός δικομματικός δικονομικός δικός δικτατορικός διμεταλλικός διοικητικός διονυσιακός διοργανωτικός διουρητικός διοφθαλμικός διπλογραφικός διπλωματικός διπολικός δισκογραφικός δισταχτικός διυπουργικός διχαστικός διχοτομικός δοκιμαστικός δοκός δολοφονικός δομικός δοξαστικός δορυφορικός δουλικός δουλοκτητικός δουλωτικός δραματικός δραματολογικός δραματουργικός δραστικός δρεπανοκυτταρικός δρομικός δροσιστικός δυαδικός δυναμικός δυναμιτιστικός δυναμοηλεκτρικός δυναμωτικός δυναστευτικός δυναστικός δυνητικός δυσαρμονικός δυσενδοκρινικός δυσκρασικός δυσλειτουργικός δυσλεκτικός δυσμικός δυτικός δωδεκανησιακός δωρικός

ε[επεξεργασία]

εβραϊκός εγγειοβελτιωτικός εγγυητικός εγκεφαλικός εγκληματικός εγκληματολογικός εγκλητικός εγκλιτικός εγκριτικός εγκυκλοπαιδικός εγκωμιαστικός εγχειρητικός εγωιστικός εγωκεντρικός εδαφικός εδαφολογικός εθιμοτυπικός εθνικιστικός εθνικός εθνογραφικός εθνοκεντρικός εθνολογικός ειδησεογραφικός ειδησεολογικός ειδητικός ειδικός ειδολογικός ειδοποιητικός ειδυλλιακός ειδωλολατρικός εικαστικός εικονικός εικονιστικός εικονογραφικός εικονοκλαστικός εικοτολογικός ειρηνευτικός ειρηνικός ειρηνιστικός ειρηνοδικειακός ειρωνικός εισαγγελικός εισοδηματικός εισπνευστικός εκβιαστικός εκβραχιστικός εκδηλωτικός εκδικητικός εκδοτικός εκδρομικός εκθειαστικός εκθεμελιωτικός εκθετικός εκθλιπτικός εκκαθαριστικός εκκεντρικός εκκενωτικός εκκλησιαστικός εκκοκκιστικός εκκολαπτικός εκκριτικός εκκωφαντικός εκλεκτικός εκμεταλλευτικός εκμηδενιστικός εκμυστηρευτικός εκνευριστικός εκπαιδευτικός εκπληκτικός εκπολιτιστικός εκρηκτικός εκρηχτικός εκστατικός εκστρατευτικός εκσυγχρονιστικός εκτελεστικός εκτελωνιστικός εκτιμητικός εκτονωτικός εκτρωματικός εκτυπωτικός εκτυφλωτικός εκφοβητικός εκφοβιστικός εκφορητικός εκφορτωτικός εκφραστικός εκχυδαϊστικός εκχωρητικός ελαϊκός ελαιουργικός ελαστικός ελαττωματικός ελαφρυντικός ελεατικός ελεγκτικός ελεημονητικός ελεημονικός ελεητικός ελιτιστικός ελκυστικός ελλαδικός ελλειμματικός ελλειπτικός ελληνοκεντρικός ελληνορωμαϊκός ελληνοτουρκικός ελληνοχριστιανικός ελπιστικός εμβαδομετρικός εμβληματικός εμβρυακός εμβρυϊκός εμβρυομητρικός εμετικός εμετοκαθαρτικός εμετολογικός εμμηνοπαυσιακός εμμηνορροϊκός εμπιστευτικός εμπλουτιστικός εμπορευματικός εμπορικός εμποροκρατικός εμπρεσιονιστικός εμπρηστικός εμφαντικός εμφατικός εμψυχωτικός εναλλακτικός εναντιωματικός ενδεικτικός ενδημοεπιδημικός ενδοδερμικός ενδοηπατικός ενδοθερμικός ενδοθηλιακός ενδοθωρακικός ενδοιαστικός ενδοκαρδιακός ενδοκομματικός ενδοκρινικός ενδοκρινολογικός ενδοκυβερνητικός ενδοκυτταρικός ενδομυϊκός ενδοσκοπικός ενδοτικός ενδοφλεβικός ενδυματολογικός ενδυναμωτικός ενεδρευτικός ενεργειακός ενεργητικός ενεστωτικός ενετικός ενεχυρικός ενεχυροδανειστικός ενζωοτικός ενημερωτικός ενθαρρυντικός ενθετικός ενθουσιαστικός ενθρονιστικός ενθυμητικός ενικός ενιστικός ενισχυτικός εννοιοκρατικός εννοιολογικός ενοποιητικός ενορατικός ενοριακός ενοχικός ενοχλητικός ενοχοποιητικός ενταφιαστικός εντερικός εντομολογικός εντοπιστικός εντυπωσιακός εντυπωτικός ενωτικός εξαγγελτικός εξαγνιστικός εξαγριωτικός εξαγωγικός εξαγωνικός εξαερωτικός εξακολουθητικός εξακοντιστικός εξακριβωτικός εξαλειπτικός εξαμβλωματικός εξαναγκαστικός εξανθηματικός εξαντλητικός εξασθενητικός εξασφαλιστικός εξελικτικός εξερευνητικός εξεταστικός εξευγενιστικός εξευμενιστικός εξευτελιστικός εξηγητικός εξημερωτικός εξιδρωματικός εξιδρωτικός εξιλεωτικός εξισορροπητικός εξισωτικός εξολισθητικός εξολοθρευτικός εξομοιωτικός εξομολογητικός εξονειδιστικός εξοντωτικός εξονυχιστικός εξοπλιστικός εξοργιστικός εξορμητικός εξουθενωτικός εξουσιαστικός εξοφλητικός εξοχικός εξπρεσιονιστικός εξτρεμιστικός εξυβριστικός εξυγιαντικός εξυμνητικός εξυπηρετικός εξυψωτικός εξωθερμικός εξωκοινοβουλευτικός εξωκομματικός εξωκυτταρικός εξωλογικός εξωπραγματικός εξωραϊστικός εξωστικός εξωσυζυγικός εξωσχολικός εξωτερικός εξωτικός εξωφρενικός εοκικός επαγγελματικός επαγγελτικός επαγωγικός επαινετικός επαληθευτικός επαναστατικός επανορθωτικός επαρχιακός επεισοδιακός επεκτατικός επενδυτικός επεξεργαστικός επεξηγηματικός επεξηγητικός επιβαρυντικός επιβατικός επιβεβαιωτικός επιβλητικός επιβοηθητικός επιβραδυντικός επιγραμματικός επιδεικτικός επιδειχτικός επιδεκτικός επιδερμικός επιδημητικός επιδημικός επιδιαιτητικός επιδιορθωτικός επιδοκιμαστικός επιδοματικός επιζωοτικός επιθετικός επιθεωρησιακός επιθηλιακός επιθυμητικός επικοινωνιακός επικολυρικός επικός επικουρικός επικριτικός επικυριαρχικός επικυρωτικός επιλεκτικός επιληπτικός επιμελητηριακός επιμεριστικός επιμορφωτικός επινοητικός επιπληκτικός επισκοπικός επιστημονικός επιστολικός επιστολογραφικός επιστρατευτικός επισφραγιστικός επισχετικός επισωρευτικός επιτακτικός επιταχυντικός επιτιμητικός επιτρεπτικός επιτροπικός επιφανειακός επιφυλακτικός επιχειρηματικός επιχειρησιακός εποικιστικός εποικοδομητικός επουλωτικός εποχικός επτανησιακός επωαστικός επωδικός εραλδικός ερανικός ερασμιακός εργασιακός εργαστηριακός εργατικός εργοληπτικός εργομετρικός εργονομικός εργοστασιακός ερεθιστικός ερειστικός ερευνητικός ερημικός ερμαϊκός ερμηνευτικός ερωτηματικός ερωτητικός ερωτικός εστιακός εσωκομματικός εσωτερικός εταιρικός εταστικός ετρουσκικός ετσιθελικός ετυμολογικός ευβοϊκός ευδαιμονικός ευεργετικός ευζωνικός ευθυμογραφικός ευθυμολογικός ευκαιριακός ευλαβητικός ευλαβικός ευλογητικός ευνοϊκός ευνοιοκρατικός ευσπλαχνικός ευφραντικός ευφωνικός ευχετικός εφεδρικός εφετικός εφευρετικός εφησυχαστικός εφιαλτικός εφιδρωτικός εφοπλιστικός εφορευτικός εφοριακός εχθρικός εωσφορικός

ζ[επεξεργασία]

ζητητικός ζογκλερικός ζοχαδιακός ζυγωματικός ζυμοτεχνικός ζυμωτικός ζωγραφικός ζωεμπορικός ζωικός ζωογονητικός ζωολατρικός ζωολογικός ζωομορφικός ζωοτεχνικός ζωτικός

η[επεξεργασία]

ηβικός ηγεμονικός ηγετικός ηγουμενικός ηδονικός ηδονιστικός ηδονοθηρικός ηδυντικός ηθικοθρησκευτικός ηθικολογικός ηθικοπλαστικός ηθικός ηθογραφικός ηθολογικός ηθοπλαστικός ηλεκτρεγερτικός ηλεκτρολογικός ηλεκτρολυτικός ηλεκτρομαγνητικός ηλεκτρομηχανικός ηλεκτρονικός ηλεκτροπαραγωγικός ηλεκτροπτικός ηλεκτροστατικός ηλεκτροχημικός ηλιακός ηλιογραφικός ηλιοκεντρικός ημερολογιακός ημικυκλικός ημιπληγικός ηπατικός ηπειρωτικός ηρωικός ησυχαστικός ηφαιστειακός ηχητικός ηχοαπορροφητικός ηχοβολιστικός ηχομετρικός ηχομιμητικός ηχομονωτικός ηωζωικός

θ[επεξεργασία]

θαυματουργικός θεληματικός θελκτικός θεματικός θεμελιακός θεμελιωτικός θεοκρατικός θεολογικός θεομητορικός θεοτικός θεουργικός θεραπευτικός θεριακός θεριζοαλωνιστικός θεριστικός θερμαντικός θερμιδικός θερμιδομετρικός θερμικός θερμιονικός θερμοηλεκτρικός θερμοκρασιακός θερμομαγνητικός θερμομετρικός θερμομηχανικός θερμομονωτικός θερμοπυρηνικός θερμορυθμιστικός θερμοσκοπικός θερμοτροπικός θεσμικός θεσπρωτικός θεσσαλικός θετικιστικός θετικός θεωρητικός θηβαϊκός θηλαστικός θηλυγονικός θηλυκός θηραϊκός θηρευτικός θλαστικός θλιπτικός θρακικός θρεπτικός θρεφτικός θρηνητικός θρησκειολογικός θρησκευτικός θριαμβευτικός θριαμβικός θρομβολυτικός θρομβοστατικός θρυπτικός θυμελικός θυμικός θυμοσοφικός θωπευτικός θωρακικός

ι[επεξεργασία]

ιβηρικός ιγνυακός ιδανικός ιδεαλιστικός ιδεογραφικός ιδεοκινητικός ιδεοκρατικός ιδεοληπτικός ιδεολογικοπολιτικός ιδεολογικός ιδεοτυπικός ιδικός ιδιοκτησιακός ιδιωματικός ιδιωτικός ιδρυματικός ιδρυτικός ιδρωτικός ιδιωτικοοικονομικός ιεραποστολικός ιεραρχικός ιερατικός ιερογλυφικός ιεροεξεταστικός ιεροκοκκυγικός ιεροκρατικός ιερολογικός ιεροτελεστικός ιερουργικός ιησουιτικός ιθυφαλλικός ικανοποιητικός ικετευτικός ικετικός ικτερικός ιλαροτραγικός ιλαρυντικός ιμπεριαλιστικός ιμπρεσιονιστικός ινδικός ινδοευρωπαϊκός ινδονησιακός ινδουιστικός ινιακός ινολυτικός ιονικός ιοντικός ιππευτικός ιππικός ιπποδρομιακός ιπποδρομικός ιπποτικός ιρανικός ιρασιοναλιστικός ισθμιακός ισλανδικός ισοθερμιδικός ισοθερμικός ισοπεδωτικός ισορροπητικός ισοστατικός ισοτονικός ισραηλιτικός ιστιοδρομικός ιστιοπλοϊκός ιστολογικός ιστολυτικός ιστοριογραφικός ιστοριοδιφικός ισχαιμικός ισχιακός ισχιαλγικός ισχναντικός ιταλικός ιχθυογενετικός ιχθυολογικός ιχθυοτροφικός ιχνηλατικός ιχνογραφικός ιψενικός ιωνικός

κ[επεξεργασία]

καβαλιστικός καβαφικός καββαλιστικός καζουιστικός καθαιρετικός καθεδρικός καθεστωτικός καθηγητικός καθησυχαστικός καθιερωτικός καθιστικός καθοδηγητικός καθοδικός καθολικός καθοριστικός καινοζωικός καιρικός καιροσκοπικός καισαρικός κακοποιητικός κακός καλαισθητικός καλειδοσκοπικός καλλιγραφικός καλλιεργητικός καλλιτεχνικός καλλυντικός καλλωπιστικός καλογερικός καλολογικός καλπαστικός καλωδιακός καμινευτικός καναδικός κανιβαλικός κανονικός κανονιστικός καπηλευτικός καπηλικός καπιταλιστικός καπνεμπορικός καπνεργατικός καπνικός καραϊβικός καρδιαγγειακός καρδιακός καρδιοαγγειακός καρδιογραφικός καρδιολογικός καρδιοπνευμονικός καρδιοτονωτικός καρκινικός καρκινολυτικός καρναβαλικός καρστικός καρτερικός καρχηδονιακός καρχηδονικός καρωτικός καταβλητικός καταδεκτικός καταδεχτικός καταδικαστικός καταδικός καταδιωκτικός καταδιωχτικός καταδολιευτικός καταδρομικός καταδυτικός καταθλιπτικός καταιγιστικός κατακλυσμικός κατακτητικός καταληκτικός καταληπτικός καταληχτικός καταλυτικός καταναγκαστικός καταναλωτικός κατανυκτικός κατανυχτικός καταπειστικός καταπιεστικός καταπληκτικός καταπληχτικός καταπονητικός καταπραϋντικός καταρροϊκός κατασβεστικός κατασκευαστικός κατασκοπευτικός κατασταλτικός καταστατικός καταστρεπτικός καταστροφικός κατατονικός κατατοπιστικός καταφατικός καταχρηστικός καταχτητικός καταψυκτικός κατεδαφιστικός κατευναστικός κατηγορηματικός κατηγορητικός κατηγορικός κατηφορικός κατηχητικός κατοπτρικός κατοχικός κατοχυρωτικός καυστικός καφεϊκός καχεκτικός κβαντικός κελτικός κερδοσκοπικός κερκυραϊκός κεφαλαιοκρατικός κεφαλαιουχικός κεφαλληνιακός κηδεμονικός κηπευτικός κηπουρικός κιναισθητικός κινδυνολογικός κινεζικός κινηματογραφικός κινητικός κιτρικός κλαδευτικός κλαδικός κλασματικός κλασσικός κλειτοριδικός κλητικός κλιμακτηρικός κλιματικός κλιματιστικός κλιματολογικός κλιτικός κλωστικός κλωστοϋφαντικός κοιλιακός κοινοβιακός κοινοτικός κοινωνικοοικονομικός κοινωνικοπολιτικός κοινωνικοπολιτιστικός κοινωνικός κοινωνιολογικός κοκκυγικός κολακευτικός κολεγιακός κολικός κολλητικός κολποκοιλιακός κολυμβητικός κομματικός κομμωτικός κομουνιστικός κομπαστικός κομπλεξικός κοπιαστικός κοπτικός κορεατικός κορινθιακός κοροϊδευτικός κορυβαντικός κοσμηματογραφικός κοσμητικός κοσμογονικός κοσμογραφικός κοσμοζωικός κοσμοθεωρητικός κοσμοϊστορικός κοσμολογικός κοσμοπολιτικός κουραστικός κουρδικός κουρευτικός κοχλιακός κραδαστικός κρανιακός κρανιομετρικός κρανιοσκοπικός κρητιδικός κριμαϊκός κροατικός κροκός κροταφικός κροτικός κρουστικός κρυοσκοπικός κρυοστατικός κρυσταλλικός κρυσταλλογραφικός κρυσταλλωτικός κτηματικός κτηματομεσιτικός κτηνοτροφικός κτηριακός κτητικός κτιριακός κυβερνητικός κυβικός κυβιστικός κυκλικός κυκλοφοριακός κυκλοφορικός κυκλωνικός κυκλωτικός κυλινδρικός κυματικός κυνηγετικός κυπριακός κυρηναϊκός κυριαρχικός κυριλλικός κυριολεκτικός κυρωτικός κυτταρικός κυτταρολογικός κυτταρολυτικός κυτταροστατικός κυφωτικός κωδικός κωλικός κωμικός κωμικοτραγικός κωνικός κωπηλατικός

λ[επεξεργασία]

λαβυρινθικός λαθρεμπορικός λαϊκιστικός λαϊκός λαιμικός λαμιακός λαογραφικός λαοκρατικός λαρισαϊκός λαρυγγολογικός λατινικός λατινοαμερικανικός λατομικός λατρευτικός λειαντικός λειτουργικός λειχηνικός λεκτικός λεμφατικός λεμφικός λενινιστικός λεξικογραφικός λεξικός λεπτολογικός λεπτομερειακός λεπτοτεχνικός λεσβιακός λευκαντικός λευκοκυτταρικός λευκορροϊκός λευκωματικός λευτικός λευχαιμικός λεωφορειακός ληθαργικός ληκτικός ληξιαρχικός λιανικός λιβιδινικός λιθογλυφικός λιθογραφικός λιθοδομικός λιθοτομικός λικνιστικός λιμενικός λιμπιστικός λινοτυπικός λιπαντικός λιποθυμικός λογαριθμικός λογικός λογιστικός λογογραφικός λογοκριτικός λογοτεχνικός λοιμικός λοξοδρομικός λουθηρανικός λουτρικός λυγμικός λυδικός λυμφατικός λυρικός λυτρωτικός λωποδυτικός

μ[επεξεργασία]

μαγγανευτικός μαγειρικός μαγευτικός μαγματικός μαγνητικός μαγνητοηλεκτρικός μαγνητοθερμικός μαγνητοστατικός μαζικός μαζοχιστικός μαθησιακός μαθητικός μαιανδρικός μαιευτικός μακεδονικός μακιαβελικός μακροοικονομικός μακροσκοπικός μαλακτικός μαλαχτικός μαλθακός μανιακός μανιοκαταθλιπτικός μανιχαϊκός μαντευτικός μαντικός μαξιμαλιστικός μαοϊκός μαρξιστικός μαρτυρικός μασονικός μαστιγωτικός μαστικός μαστορικός ματεριαλιστικός μαχητικός μεγαλιθικός μεγαλοαστικός μεγεθυντικός μεθοδευτικός μεθοδολογικός μεθοριακός μεθυστικός μειονεκτικός μειονοτικός μελικός μελισσοκομικός μελισσοτροφικός μελλοντικός μελοδραματικός μελωδικός μεραρχιακός μεριστικός μεροληπτικός μεσαιωνικός μεσευρωπαϊκός μεσιακός μεσιτικός μεσογειακός μεσοζωικός μεσολαβητικός μεσσηνιακός μεσσιανικός μεταβιβαστικός μεταβιομηχανικός μεταβολικός μεταγωγικός μεταθετικός μετακλασικός μεταλλευτικός μεταλλικός μεταλλουργικός μεταμορφικός μεταμορφωτικός μεταναστευτικός μετανοητικός μεταξοκλωστικός μεταπλαστικός μεταποιητικός μεταπολεμικός μεταπολιτευτικός μεταπρατικός μεταρρυθμιστικός μεταρσιωτικός μετασκευαστικός μεταστατικός μετασχηματιστικός μετασχολικός μεταφορικός μεταφυσικός μεταψυχικός μετεκλογικός μετεωρικός μετεωροσκοπικός μετοχικός μετρητικός μετριαστικός μετρικός μετρολογικός μετρονομικός μετωνυμικός μετωπικός μεφιστοφελικός μεφιτικός μηδενικός μηδικός μηλικός μημειακός μηνιγγικός μηνιγγιτικός μητριαρχικός μητρικός μητροπολιτικός μητρωνυμικός μηχανικός μηχανιστικός μηχανογραφικός μηχανολογικός μηχανουργικός μιασματικός μιγαδικός μικροαστικός μικροβιακός μικροβιολογικός μικροβιομηχανικός μικρογραφικός μικροκομματικός μικροοικονομικός μικροπολιτικός μικροτεχνικός μικροχημικός μιλιταριστικός μιμητικός μιμικός μινωικός μισελληνικός μισθοδοτικός μισθοφορικός μισθωτικός μισιακός μισικός μνημονικός μογγολικός μοιραστικός μοιρολατρικός μοιχικός μολυντικός μολυσματικός μοναδικός μοναρχικός μοναστηριακός μοναστικός μονατομικός μονεταριστικός μονογαμικός μονοθεϊστικός μονοκομματικός μονολεκτικός μονολεχτικός μονολιθικός μονομεταλλικός μονοπωλιακός μονοσυλλαβικός μονοτυπικός μονοφασικός μονοφυσιτικός μονοφωνικός μονοχρωματικός μονωτικός μοριακός μορσικός μορτιτικός μορφικός μορφογενετικός μορφολογικός μουγκός μουσειακός μουσικοθεατρικός μουσικοκριτικός μουσικός μουσουλμανικός μπιστικός μπολσεβικικός μυαλγικός μυασθενικός μυατροφικός μυελικός μυζητικός μυθιστορηματικός μυθιστορικός μυθιστοριογραφικός μυθογραφικός μυθολογικός μυθοπλαστικός μυϊκός μυκηναϊκός μυκητολογικός μυκτηριστικός μυξαδενικός μυριστικός μυρμηκικός μυσταγωγικός μυστηριακός μυστικιστικός μυστικός μυωπικός

ν[επεξεργασία]

ναζιστικός νανουριστικός ναξιακός νατοϊκός νατουραλιστικός ναυαγιαιρεσιακός ναυαγοσωστικός ναυαρχικός ναυκληρικός ναυλομεσιτικός ναυπηγικός ναυτεργατικός ναυτικός ναυτιλιακός νεαττικός νεκρικός νεκροφοβικός νεκρωτικός νεοανθρωπιστικός νεοαποικιοκρατικός νεοαττικός νεογνικός νεογοτθικός νεογραμματικός νεοελληνικός νεοεμπρεσιονιστικός νεοζηλανδικός νεοιμπρεσιονιστικός νεοκαπιταλιστικός νεοκλασικός νεολατινικός νεολιθικός νεολογικός νεοναζιστικός νεοπλασματικός νεοπλατωνικός νεορεαλιστικός νεορομαντικός νεοτεριστικός νεοτουρκικός νεοφασιστικός νεοφροϊδικός νεοφροϋδικός νεοφυτικός νεριτικός νευραλγικός νευρασθενικός νευρειληματικός νευριαστικός νευρικός νευρογλοιακός νευροληπτικός νευρολογικός νευροπαθητικός νευροπαθολογικός νευροφυτικός νευροψυχικός νευρωσικός νευρωτικός νεφραλγικός νεφριδικός νεφρικός νεφριτικός νεφρολιθικός νεφρολογικός νεωτεριστικός νηκτικός νηματοποιητικός νηπιακός νηπτικός νησιωτικός νηστικός νικοτινικός νιτρικός νιτσεϊκός νοηματικός νοητικός νομαδικός νομαρχιακός νομιναλιστικός νομισματολογικός νομοθετικός νομολογικός νομοπαρασκευαστικός νομοτελειακός νομοτελεστικός νοολογικός νορβηγικός νορμανδικός νοσοκομειακός νοσολογικός νοσταλγικός νοτιανατολικός νοτιοανατολικός νοτιοδυτικός ντηνιακός νυφικός νωχελικός

ο[επεξεργασία]

οβιδουλκός οδομετρικός οδοντοφατνιακός οδυσσειακός οζαινικός οζονομετρικός οζοντομετρικός οθωμανικός οθωνικός οικογενειακός οικοδομικός οικονομικός οκταδικός ολκός ολοζωικός ολοκληρωτικός ολυμπιακός ολυνθιακός ομιλητικός ομοαξονικός ομογραφικός ομοιοπαθητικός ομοιωματικός ομοκεντρικός ομολογητικός ομολογιακός ομοπλαστικός ομοσπονδιακός ομοτυπικός ομφαλικός ομφαλοκυστικός ονειδιστικός ονειρικός ονειροκριτικός ονειροπολικός ονικός ονομαστικός ονοματικός ονοματοκρατικός ονοματολογικός οντογονικός οντολογικός οξαλικός οξειδωτικός οξικός οξονικός οξυγονικός οξυμετρικός οξυντικός οπερετικός οπισθοβατικός οπισθοδρομικός οπισθοχωρητικός οπλομαχητικός οποθεραπευτικός οπορτουνιστικός οπτικός οπτιμιστικός ορατικός οργανογενετικός οργανογραφικός οργανοληπτικός οργανολογικός οργανομεταλλικός οργανωτικός οργιαστικός οργιστικός ορειβατικός ορεκτικός ορεογραφικός ορεχτικός ορθοπτικός ορθοσκοπικός οριακός οριστικός ορμητικός ορμονικός οροθετικός ορολογικός ορφανικός ορφικός ορχικός ορχιτικός οσκαρικός οσμανικός οσμικός οστεωτικός οστικός οσφραντικός οσφρητικός οσφυαλγικός ουαλικός ουγγρικός ουκρανικός ουραλοαλταϊκός ουσιαστικός οχαδερφικός οχλαγωγικός οχταγωνικός οχυρωτικός

π[επεξεργασία]

παγανιστικός παγγερμανιστικός παγκρεατικός παγοδρομικός παγοθραυστικός παγοποιητικός παθητικός παιδαγωγικός παιδεραστικός παιδευτικός παιδοκομικός παιδολογικός παιδομετρικός παλαιικός παλαιοβιολογικός παλαιογεωγραφικός παλαιοεθνολογικός παλαιοζωικός παλαιοζωολογικός παλαιοκομματικός παλαιολιθικός παλαιοντολογικός παλαιοπωλικός παλαιοχριστιανικός παλαιστικός παλαιστινιακός παλαμικός παλινδρομικός παλιρροιακός παλιρροϊκός παλλαϊκός παλμικός παμβαλκανικός παναμερικανικός πανδημικός πανεθνικός πανελλαδικός πανεπιστημιακός πανευρωπαϊκός πανθεϊστικός πανοραματικός πανοραμικός πανσλαβιστικός πανσπερμικός παντοκρατορικός παντομιμικός παπικός παπυρικός παπυρογραφικός παπυρολογικός παραβιωτικός παραβολικός παραγγελιοδοχικός παραγγελτικός παραγωγικός παραδειγματικός παραδοσιακός παραεκκλησιαστικός παραθεριστικός παραθετικός παραινετικός παραισθητικός παρακαλεστικός παρακελευσματικός παρακεντρικός παρακινδυνευτικός παρακινητικός παρακλαδικός παρακλητικός παρακρατικός παραληρηματικός παραληρητικός παραλλακτικός παραλογικός παραλογιστικός παραλυτικός παραμαγνητικός παραμετρικός παραμητρικός παραμορφωτικός παραμυθητικός παρανεφρικός παρανοϊκός παραπειστικός παραπεμπτικός παραπλανητικός παραπληγικός παραπληκτικός παραπληρωματικός παραπολιτικός παραπονετικός παρασημαντικός παρασιτικός παρασκευαστικός παρασκηνιακός παρασπονδυλικός παραστατικός παραστρατιωτικός παρασυμπαθητικός παρατακτικός παραταξιακός παρατυφικός παραφραστικός παραχειμαστικός παραχωρητικός παραψυχολογικός παρεγχυματικός παρειακός παρεκβατικός παρεμβατικός παρεμφατικός παρενθετικός παρεντερικός παρηγορητικός παρθενικός παρθικός παρλιακός παρνασσιακός παροδικός παροιμιακός παρομφαλικός παροντικός παροξυντικός παρορμητικός παροτρυντικός παροχετευτικός παρρησιαστικός πασιφιστικός πατερναλιστικός πατραϊκός πατριαρχικός πατρικός πατριωτικός πατρογονικός πατρολογικός πατροτοπικός πατρωνυμικός παχυντικός πεζικός πεζογραφικός πεζοδρομιακός πεζολογικός πεζοναυτικός πεζοπορικός πεθερικός πειθαρχικός πειραϊκός πειρακτικός πειραματικός πειρατικός πειραχτικός πεισματικός πειστικός πελασγικός πελματικός πελοποννησιακός πενθερικός πενταγωνικός πεντανικός πεντελικός πεπτικός περαστικός περιαρθρικός περιβαλλοντολογικός περιγελαστικός περιγραφικός περιεκτικός περιεχτικός περιηγητικός περιθωριακός περικαρδικός περικαρπιακός περικαρπικός περικεντρικός περιληπτικός περιμετρικός περιμητρικός περιοδικός περιοδοντικός περιοριστικός περιοστεϊκός περιουσιακός περιπαιχτικός περιπατητικός περιπλανητικός περιποιητικός περισκοπικός περισταλτικός περιστασιακός περιστατικός περιστροφικός περιτοναϊκός περιττωματικός περιφερειακός περιφερικός περιφρονητικός περσικός πεσιμιστικός πεταλωτικός πετραρχικός πετρελαϊκός πετρογενετικός πετρογραφικός πετροχημικός πηδητικός πηκτικός πηλοπλαστικός πιεστικός πιθηκικός πικραντικός πικρικός πιστικός πιστοδοτικός πιστοληπτικός πιστοποιητικός πλαγκτονικός πλανητικός πλασματικός πλασμωδιακός πλαστικοποιητικός πλαστικός πλαστογραφικός πλατειαστικός πλατωνικός πλειοδοτικός πλειοψηφικός πλεκτικός πλεοναστικός πλεονεκτικός πλευρικός πλευριτικός πλευροκοπικός πλεχτικός πληθυντικός πληθυσμιακός πληθωρικός πληκτικός πληροφοριακός πληχτικός πλοηγικός πλοϊκός πλοκός πλουραλιστικός πλουτοκρατικός πλουτολογικός πλουτοπαραγωγικός πλυντικός πλωτικός πνευματιστικός πνευμονικός πνευμονογραφικός πνευμονολογικός πνιχτικός ποδηλατικός ποδικός ποιητικός ποικιλτικός ποιμαντικός ποιμαντορικός ποιμενικός ποινικός πολεμικός πολεοδομικός πολεομορφικός πολικός πολιορκητικός πολιτειακός πολιτειοκρατικός πολιτικοκοινωνικός πολιτικοοικονομικός πολιτισμικός πολιτιστικός πολλαπλασιαστικός πολυανδρικός πολυαρχικός πολυγαμικός πολυγραφικός πολυγωνικός πολυεδρικός πολυεθνικός πολυθεϊκός πολυκομματικός πολυκυτταρικός πολυνησιακός πολυουρικός πολυσυλλεκτικός πολυτεχνικός πολυφασικός πολυφυλετικός πολυφωνικός πολφικός πολωτικός πομπικός πονετικός ποντιακός ποντιφικός πορευτικός ποριστικός πορνικός πορνοβοσκός πορνογραφικός ποροσκοπικός ποσολογικός ποσοτικός ποτιστικός πουριτανικός πραγματικός πραγματιστικός πραγματογνωστικός πραγματοκρατικός πραγματολογικός πραιτορικός πρακτικός πραξικοπηματικός πραϋντικός πραχτικός πρεσβευτικός πρεσβυτικός πρεσβυωπικός πριγκιπικός πριμιτιβιστικός πρισματικός προαγωγικός προανακριτικός προαστιακός προβατικός προβλεπτικός προβληματικός προβολικός προγνωστικός προγονικός προγραμματικός προδικαστικός προδρομικός προδυναστικός προειδοποιητικός προεισαγωγικός προεκλογικός προελληνικός προεμμηνορροϊκός προεμπειρικός προεξαγγελτικός προεξοφλητικός προθεματικός προθετικός προθωρακικός προϊστορικός προκαλυπτικός προκαταβολικός προκαταρκτικός προκατασκευαστικός προκλητικός προκριματικός προλεταριακός προληπτικός προλογικός προμηθευτικός προμινωικός προνοητικός προξενικός προοιμιακός προοπτικός προορατικός προοριστικός προπαγανδιστικός προπαιδευτικός προπαρασκευαστικός προπατορικός προπεμπτικός προπηλακιστικός προπολεμικός προσαρμοστικός προσαυξητικός προσβλητικός προσδιοριστικός προσεγγιστικός προσεκτικός προσεταιριστικός προσεχτικός προσηλιακός προσηλυτιστικός προσθετικός προσκοπικός προσποιητικός προστακτικός προστατευτικός προστατικός προσταχτικός προσυλλογιστικός προσφυγικός προσχηματικός προσωκρατικός προσωπικός προσωπογραφικός προτακτικός προτεσταντικός προτρεπτικός προφητικός προφορικός προφυλακτικός προφυλαχτικός προφυματικός προχωρητικός προωστικός πρυτανικός πρωθυπουργικός πρωκτικός πρωσικός πρωταγωνιστικός πρωταρχικός πρωτεϊνικός πρωτοαττικός πρωτογεωμετρικός πρωτοελλαδικός πρωτοκορινθιακός πρωτομινωικός πρωτοπλασματικός πρωτοποριακός πτηνοτροφικός πτυχιακός πτωματικός πτωτικός πτωχευτικός πτωχικός πυγμαχικός πυελικός πυθικός πυκνομετρικός πυκνωτικός πυορροϊκός πυραμιδικός πυρασφαλιστικός πυραυλικός πυρετικός πυρηναϊκός πυρηνικός πυριτικός πυροβολικός πυρογραφικός πυροδοτικός πυρολατρικός πυρομετρικός πυροσβεστικός πυροτεχνικός πυρπολικός πυρωτικός

ρ[επεξεργασία]

ραδιογραφικός ραδιολογικός ραδιοναυτιλιακός ραδιοσκοπικός ραδιοτηλεοπτικός ραδιοφωνικός ρατσιστικός ραφτικός ραχιτικός ραψωδικός ρεαλιστικός ρεβανσιστικός ρεβιζιονιστικός ρεοστατικός ρεοτροπικός ρεπουμπλικανικός ρευματικός ρευματολογικός ρεφορμιστικός ρημαδιακός ρητινικός ριζικός ριζοσπαστικός ριζωματικός ρινικός ρινολαρυγγικός ρινολογικός ρινοσκοπικός ρινοφαρυγγικός ροδιακός ρομανικός ρομαντικός ρομβικός ρομποτικός ρουμανικός ρουνικός ρουσφετολογικός ρυθμιστικός ρυθμολογικός ρυμοτομικός ρυπαντικός ρωμαιοκαθολικός ρωμανικός ρωμαντικός

σ[επεξεργασία]

σαββατικός σαγηνευτικός σαδιστικός σαδομαζοχιστικός σαικσπηρικός σαλικυλικός σαλπιγγικός σαμαρειτικός σαμιακός σανατορικός σανσκριτικός σαξονικός σαπροφυτικός σαπφικός σαρκαστικός σαρκικός σαρκοφαγικός σαρωτικός σατανικός σατιρικός σατραπικός σατυρικός σαφηνιστικός σειληνικός σεισμογραφικός σεισμολογικός σεισμομετρικός σεκταριστικός σεληνιακός σεληνογραφικός σεληνοκεντρικός σεληνοτοπογραφικός σεμπρικός σενεγαλικός σεξιστικός σεξουαλικός σεξπιρικός σερβικός σεχταριστικός σημαδιακός σημασιολογικός σημειογραφικός σημειολογικός σημειωτικός σημιτικός σηπτικός σηρικός σηψαιμικός σιαγονικός σιαλικός σιβηρικός σιβυλλικός σιδηροδοκός σιδηροδρομικός σιδηροπενικός σιδηρουργικός σικελικός σιληνικός σιμωνιακός σιναϊτικός σινικός σινολογικός σιτικός σιωνιστικός σκακιστικός σκαλιστικός σκανδαλιστικός σκανδαλοθηρικός σκανδαλολογικός σκανδιναβικός σκαπτικός σκαυϊκός σκαφευτικός σκαφτικός σκελετικός σκελετολογικός σκεπαστικός σκεπτικιστικός σκεπτικός σκεφτικός σκηνικός σκηνογραφικός σκηνοθετικός σκιαγραφικός σκληραγωγικός σκληρομετρικός σκληροπυρηνικός σκληρυντικός σκληρωτικός σκολιωτικός σκοπευτικός σκορβουτικός σκοταδιστικός σμηγματικός σμηκτικός σμυρναϊκός σοβιετικός σοβινιστικός σοδομιτικός σολωμικός σοσιαλδημοκρατικός σοσιαλιστικός σουδανικός σουλτανικός σουρεαλιστικός σοφιστικός σπαραχτικός σπαρτιατικός σπαρτικός σπασμολυτικός σπασμωδικός σπαστικός σπερματικός σπερματολογικός σπερματορροϊκός σπερματοτοξικός σπερμικός σπερμολογικός σπερμοτοξικός σπηλαιολογικός σπιλωτικός σπιτικός σπλαγχνικός σπλαγχνογραφικός σπλαγχνολογικός σπλαχνικός σπληνικός σπληνογραφικός σπληνολογικός σπογγαλιευτικός σπονδειακός σπονδυλικός σποραδικός σπουδαστικός σπουδαχτικός σταγονομετρικός σταδιακός σταδιομετρικός σταθεροποιητικός σταλινικός σταλτικός στανικός στασιαστικός στατικός στατιστικός σταυρικός σταυροπηγιακός σταφιδικός σταφυλικός σταφυλοκοκκικός στεατικός στεατοπυγικός στεγαστικός στεγνωτικός στενογραφικός στερεογραφικός στερεομετρικός στερεοσκοπικός στερεοστατικός στερεοτυπικός στερεοφωνικός στερεοφωτογραφικός στερεοχημικός στερεοχρωμικός στερεωτικός στερνικός στερνοκλειδικός στερνοπλευρικός στηθικός στηθοσκοπικός στηλιτευτικός στηρικτικός στιγματικός στιλβωτικός στιλιστικός στιχογραφικός στιχομετρικός στιχουργικός στοιχειακός στοιχειοθετικός στοιχειοχυτικός στολοδρομικός στοματικός στοματολογικός στομαχικός στοργικός στοχαστικός στραγγαλιστικός στραγγιστικός στραταρχικός στρατοκρατικός στρατολογικός στρεμματικός στρεπτοκοκκικός στριγκός στροβιλιστικός στροβοσκοπικός στυπτικός στυτικός στυφτικός συβαριτικός συγγενικός συγγραφικός συγκαταθετικός συγκεντρωτικός συγκεφαλαιωτικός συγκινητικός συγκλητικός συγκοινωνιακός συγκολλητικός συγχρονικός συγχρονιστικός συγχωρητικός συζευκτικός συζητητικός συζυγικός συκοφαντικός συλλαβικός συλλαβιστικός συλλαβογραφικός συλλεχτικός συλλογικός συλλογιστικός συμβιβαστικός συμβολαιογραφικός συμβολικός συμβουλευτικός συμμαχικός συμμετοχικός συμμετρικός συμμοριτικός συμπαθητικομιμητικός συμπαθητικός συμπαντικός συμπεθερικός συμπερασματικός συμπιεστικός συμπλεγματικός συμπλεκτικός συμπλεχτικός συμπληρωματικός συμπληρωτικός συμπολιτειακός συμπονετικός συμποσιακός συμποσιαστικός συμποτικός συμπτωματικός συμπτωματολογικός συμπυκνωτικός συμφασικός συμφεροντολογικός συμφερτικός συμφιλιωτικός συμφορητικός συμφυρματικός συμφωνικός συμψηφιστικός συναγωνιστικός συναδελφικός συναισθηματικός συναισθητικός συναλλαγματικός συναλλακτικός συνδεσμικός συνδετικός συνδιαλλακτικός συνδιαλλαχτικός συνδικαλιστικός συνδυαστικός συνειδησιακός συνειρμικός συνεργατικός συνεταιρικός συνεταιριστικός συνηχητικός συνθετικός συνθηματικός συνοδικός συνοικιακός συνολικός συνομοσπονδιακός συνοπτικός συνοριακός συνταγματικός συντακτικός συνταξιοδοτικός συνταρακτικός συνταραχτικός συνταχτικός συντελεστικός συντελικός συντεχνιακός συντηρητικός συντομογραφικός συντονιστικός συντριπτικός συντροφικός συνωμοτικός συνωνυμικός συριακός συσσωρευτικός συσταλτικός συστηματικός συσχετικός συφερτικός συφιλιδικός σφαγιαστικός σφαδαστικός σφαιρικός σφραγιστικός σφυγμικός σχεδιαστικός σχετικός σχετλιαστικός σχηματικός σχιζοφρενικός σχισματικός σχοινοβατικός σχολικός σωκρατικός σωματειακός σωματικός σωματολογικός σωματομετρικός σωρευτικός σωφρονιστικός

τ[επεξεργασία]

τακτικός ταλαντευτικός ταμειακός ταμιακός ταμιευτικός ταξιδιωτικός ταριχευτικός ταρσικός ταυρομαχικός ταυτολογικός ταχτικός ταχυγραφικός ταχυδακτυλουργικός ταχυδρομικός ταχυμετρικός τεκτονικός τελειοθηρικός τελεολογικός τελεσιγραφικός τελετουργικός τελικός τελολογικός τελωνειακός τερατογονικός τερατολογικός τετανικός τετραγωνικός τετραδικός τετρατομικός τετραφωνικός τευτονικός τεχνικός τεχνοκρατικός τεχνοκριτικός τεχνολογικός τεχνουργικός τηκτικός τηλεγραφικός τηλεκινητικός τηλεκριτικός τηλεμετρικός τηλεομοιοτυπικός τηλεοπτικός τηλεπαθητικός τηλεσκοπικός τηλεφακός τηλεφωνικός τηλεφωτογραφικός τηνιακός τιμαριθμικός τιμαριωτικός τιμητικός τιμοκρατικός τιτανικός τμηματικός τοιχογραφικός τοκογλυφικός τοκοχρεολυτικός τονικός τονωτικός τοξικολογικός τοξικός τοξινικός τοπικιστικός τοπικός τοπιογραφικός τοπογραφικός τοπομαχικός τοπωνυμικός τορευτικός τορνευτικός τορπιλικός τορπιλοβλητικός τοτεμικός τουριστικός τουρκικός τραβηχτικός τραγελαφικός τραγουδιστικός τρακικοκωμικός τραμπουκικός τραπεζικός τραπεζιτικός τραπεζομεσιτικός τραυματικός τραυματολογικός τραχειακός τραχειοβρογχικός τραχειοτομικός τραχηλικός τραχωματικός τριαδικός τριανδρικός τρισευγενικός τριτοκοσμικός τριφασικός τρομαχτικός τρομοκρατικός τροπικός τροποποιητικός τροφικός τροχαϊκός τροχιοδεικτικός τροχιοδρομικός τρυγλοδυτικός τρωαδικός τρωικός τρωκτικός τσακωνικός τυμπανικός τυπικός τυπογραφικός τυποκλοπικός τυπολογικός τυπωτικός τυραννικός τυροκομικός τυρρηνικός τυφικός τυχοδιωκτικός τυχοδιωχτικός

υ[επεξεργασία]

υβριδικός υβριστικός υγειονομικός υγραντικός υγρομετρικός υγροποιητικός υγροσκοπικός υδατικός υδατογραφικός υδατομετρικός υδατοσκοπικός υδραιμικός υδραργυρικός υδρευτικός υδροβιολογικός υδρογραφικός υδροδοτικός υδροδυναμικός υδροηλεκτρικός υδροθειικός υδροθεραπευτικός υδροθερμικός υδροϊωδικός υδροκεφαλικός υδροκηλικός υδροκριτικός υδροκυανικός υδρολογικός υδρονομικός υδροπνευματικός υδροσκοπικός υδροστατικός υδροτροπικός υδροφοβικός υδροχλωρικός υδρωπικός υιικός υλικός υλιστικός υλοζωικός υλοτομικός υμενικός υμνογραφικός υμνολογικός υπαινικτικός υπαλληλικός υπαξιωματικός υπαρκτικός υπαρξιακός υπαρξιστικός υπατικός υπεραιμικός υπεραισθητικός υπεραστικός υπερατομικός υπερβατικός υπερηχητικός υπερθετικός υπερκομματικός υπερπροστατευτικός υπερρεαλιστικός υπερσιβηρικός υπερτασικός υπερτονικός υπερτροφικός υπερφυσικός υπερωριακός υπηρεσιακός υπνοβατικός υπνωτικός υπνωτιστικός υποβαθμιστικός υποβλητικός υποβοηθητικός υποβρυχιακός υπογαστρικός υπογλυκαιμικός υποδειγματικός υποδερμικός υποθερμικός υποθετικός υποκειμενικός υποκοριστικός υποκριτικός υπολειμματικός υπολογιστικός υπομηχανικός υπομνηματικός υπομνηστικός υπομονετικός υπομονητικός υπονομευτικός υποστασιακός υποστατικός υποσχετικός υποτασικός υποταχτικός υποτροπικός υποχονδριακός υποχοντριακός υποχωρητικός υστεροελλαδικός υφαντικός υφαντουργικός υφηγητικός υψομετρικός

φ[επεξεργασία]

φαγεδαινικός φαγοκυτταρικός φαιδρυντικός φαινομενολογικός φακιρικός φακός φαλαγγιτικός φαληρικός φαλλικός φαλλοκρατικός φαναριωτικός φανερωτικός φαντασμαγορικός φαραωνικός φαρικός φαρμακευτικός φαρμακοβιομηχανικός φαρμακοδυναμικός φαρμακολογικός φαρμακοτεχνικός φαρυγγικός φασικός φασιστικός φασματικός φασματοσκοπικός φατικός φατνιακός φατριακός φατριαστικός φαυλοκρατικός φειδιακός φεμινιστικός φενακιστικός φεουδαλικός φεουδαρχικός φετιχικός φετιχιστικός φθαρτικός φθισικός φθογγικός φθογγογραφικός φθογγολογικός φιλανδικός φιλανθρωπικός φιλειρηνικός φιλειρηνιστικός φιλεκπαιδευτικός φιλελληνικός φιλεργατικός φιλικός φιλοβασιλικός φιλοδασικός φιλοδυτικός φιλολαϊκός φιλολογικός φιλοσοβιετικός φιλοσοφικός φιλοτελικός φιλοτεχνικός φιλοτουρκικός φιλοφρονητικός φιννικός φλαμανδικός φλεβικός φλεβοτομικός φλεγμονικός φλογιστικός φοινικικός φοιτητικός φολκλορικός φορμαλιστικός φοροδοτικός φορολογικός φορομπηχτικός φοροτεχνικός φορτικός φορτωτικός φουτουριστικός φραξιονιστικός φρασεολογικός φραστικός φρενικός φρενιτικός φρενολογικός φρενοπαθολογικός φρικαστικός φροντιστηριακός φρουριακός φρυγικός φυγοκεντρικός φυλετικός φυλογενετικός φυλογονικός φυματικός φυματιολογικός φυσητικός φυσικομαθηματικός φυσικός φυσικοχημικός φυσιογνωμικός φυσιογνωστικός φυσιογραφικός φυσιοδιφικός φυσιοθεραπευτικός φυσιοκρατικός φυσιολατρικός φυτευτικός φυτικός φυτογεωγραφικός φυτογραφικός φυτολογικός φυτοπαθολογικός φυτοφαγικός φωνητικός φωνογραφικός φωνοληπτικός φωνολογικός φωνομετρικός φωσφορικός φωταγωγικός φωτιστικός φωτογονικός φωτογραφικός φωτοηλεκτρικός φωτομετρικός φωτομηχανικός φωτοτηλεγραφικός φωτοτυπικός φωτοχημικός

χ[επεξεργασία]

χαμιτικός χαοτικός χαρακτηριστικός χαρακτικός χαρισματικός χαριστικός χαρτεμπορικός χαρτογραφικός χατιρικός χαυνωτικός χειλικός χειμωνικός χειριστικός χειροτεχνικός χειρουργικός χειρωνακτικός χερουβικός χετιτικός χημικοθεραπευτικός χημικοφυσικός χηνοβοσκός χιμαιρικός χιονοδρομικός χιουμοριστικός χλευαστικός χλωρικός χλωροφορμικός χοϊκός χοιραδικός χοιροβοσκός χολαιμικός χολερικός χολιαστικός χολικός χολολιθικός χονδρικός χοντρικός χορειακός χορευτικός χορηγικός χορικός χορογραφικός χορτοκοπτικός χορωδιακός χουμικός χουντοβασιλικός χρεοκοπικός χρεωλυτικός χρεωστικός χρηματικός χρηματιστικός χρηματολογικός χρηματοοικονομικός χρησιμοθηρικός χρησιμοκρατικός χρηστικός χριστιανικός χριστιανοσοσιαλιστικός χρυσοχοϊκός

ψ[επεξεργασία]

ψευδαισθητικός ψευδαργυρικός ψευδοεπιστημονικός ψηφιακός ψηφοθυρικός ψιλωτικός ψυκτικός ψυχαγωγικός ψυχαναγκαστικός ψυχασθενικός ψυχεδελικός ψυχιατρικός ψυχικός ψυχοαναληπτικός ψυχοβιολογικός ψυχογραφικός ψυχοδιαγνωστικός ψυχοδιανοητικός ψυχοδιεγερτικός ψυχοδυναμικός ψυχοθεραπευτικός ψυχοκινητικός ψυχοκοινωνιολογικός ψυχολογικός ψυχομετρικός ψυχονευρωτικός ψυχονοητικός ψυχοπαθολογικός ψυχοπαιδαγωγικός ψυχοπλακωτικός ψυχοπνευματικός ψυχοσωματικός ψυχοτεχνικός ψυχοτονικός ψυχοφυσικός ψυχοφυσιολογικός ψυχραντικός ψυχρομετρικός ψυχροπολεμικός ψυχτικός