Χρήστης:Botaki/Όροι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ορολογία από το ΟROSSIMO άδεια CC - BY[επεξεργασία]

ελληνικός όρος συνώνυμο αγγλικός όρος συνώνυμο τομέας
αγαθό resource Πληροφορική
αδιέξοδο dead end deadlock Πληροφορική
άθροισμα sum Πληροφορική
αισθητήρας αισθητήριο όργανο sensor sensing device Πληροφορική
αίτηση request Πληροφορική
αιτιολόγηση justification Πληροφορική
ακμή edge Πληροφορική
ακολουθιακός sequential Πληροφορική
ακτίνα radius Πληροφορική
άκυκλος acyclic Πληροφορική
αλγόριθμος algorithm Πληροφορική
αληθής true Πληροφορική
αλληλεπίδραση interaction Πληροφορική
αλώνισμα thrashing Πληροφορική
ανάγνωση read Πληροφορική
αναδρομή recursion Πληροφορική
ανεξάρτητος independent Πληροφορική
ανταλλαγή swapping interchange Πληροφορική
αντιγραφή copy Πληροφορική
αντιγράφω copy Πληροφορική
αντικατάσταση replacement Πληροφορική
αντικείμενο object Πληροφορική
αντικειμενοστραφής object oriented Πληροφορική
αντιπρόσωπος agent Πληροφορική
αντιστοίχιση matching Πληροφορική
αντιστροφή inversion Πληροφορική
αντισυμμετρικός antisymmetric Πληροφορική
αντίφαση contradiction Πληροφορική
αξιολόγηση evaluation Πληροφορική
απαρίθμηση enumeration Πληροφορική
απαριθμητής counter Πληροφορική
άπειρος infinite Πληροφορική
απλός simple Πληροφορική
αποθήκευση store Πληροφορική
αποκωδικοποιητής decoder Πληροφορική
απομονωμένος isolated Πληροφορική
απομονωτής buffer Πληροφορική
αποπλέκτης demultiplexer Πληροφορική
απόσταση distance Πληροφορική
αποτιμητής evaluator Πληροφορική
αραιός sparse Πληροφορική
αρπάγη gripper Πληροφορική
αρχείο file Πληροφορική
αρχή origin Πληροφορική
αρχικοποίηση initialisation Πληροφορική
αρχιτεκτονική architecture Πληροφορική
ασήμαντος trivial Πληροφορική
ασυμμετρικός asymmetric Πληροφορική
αυτοματισμός automation Πληροφορική
αφαίρεση abstraction Πληροφορική
βαθμός degree Πληροφορική
βάρος weight Πληροφορική
βάση radix Πληροφορική
βιβλιοθήκη library Πληροφορική
γεγονός fact Πληροφορική
γειτονιά neighborhood Πληροφορική
γέμισμα filler Πληροφορική
γενικός universal Πληροφορική
γένος genus Πληροφορική
γέφυρα bridge Πληροφορική
γλώσσα language Πληροφορική
γραμμή line Πληροφορική
γραμμικός linear Πληροφορική
γράφος γράφημα graph Πληροφορική
γράφω write Πληροφορική
δεδομένα data Πληροφορική
δείκτης pointer Πληροφορική
δένδρο tree Πληροφορική
διαβάζω read Πληροφορική
διαγραφή deletion Πληροφορική
διαδικασία procedure Πληροφορική
διακλάδωση νήμα διεργασίας thread Πληροφορική
διάμετρος diameter Πληροφορική
διαπροσωπεία μονάδα διαπροσωπείας interface Πληροφορική
διάσπαση splitting Πληροφορική
διάστημα space Πληροφορική
δίαυλος διάδρομος bus Πληροφορική
διαχείριση management Πληροφορική
διγράφος bigraph Πληροφορική
διεργασία process Πληροφορική
διερμηνέας interpreter Πληροφορική
διεύθυνση address Πληροφορική
δίκτυο network Πληροφορική
δισκέτα diskette Πληροφορική
δίσκος disk Πληροφορική
δισυνδεδεμένος biconnected Πληροφορική
δισυνιστώσα bicomponent Πληροφορική
δομή structure Πληροφορική
δυαδικός dual Πληροφορική
δυϊσμός duality Πληροφορική
εγγραφή εγγράφημα record write Πληροφορική
εγχειρίδιο manual Πληροφορική
εικονοστοιχείο image pixel Πληροφορική
είσοδος input Πληροφορική
εκθέτης exponent Πληροφορική
εκκεντρικότητα eccentricity Πληροφορική
εκκρεμής pendant Πληροφορική
εκτέλεση execution Πληροφορική
εκτύπωση print Πληροφορική
εκτυπωτής printer Πληροφορική
έκφραση expression Πληροφορική
εκχώρηση assignment Πληροφορική
ελεγκτής controller Πληροφορική
έλλειμμα deficiency Πληροφορική
εναλλαγή switching Πληροφορική
ενδιάμεσος intermediate Πληροφορική
ενοποιητής unifier Πληροφορική
ενότητα block Πληροφορική
εντολή instruction command Πληροφορική
έξοδος output Πληροφορική
εξυπηρετητής server Πληροφορική
έξω-βαθμός out-degree Πληροφορική
επαναληψιμότητα repeatability Πληροφορική
επανεγγραφή write-back Πληροφορική
επέκταση extension Πληροφορική
επεξεργασία procession Πληροφορική
επεξεργαστής processor Πληροφορική
επηρεασμένος induced Πληροφορική
επίβλεψη supervision Πληροφορική
επιγραφή ετικέτα label Πληροφορική
επικάλυψη overlay Πληροφορική
επικοινωνία communication Πληροφορική
επιπεδικός planar Πληροφορική
επίπεδος plane Πληροφορική
επιστρέφω return Πληροφορική
επιστροφή επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση backtracking Πληροφορική
επιτάχυνση acceleration Πληροφορική
εργαλείο tool Πληροφορική
εργαλειομηχανή machine tool Πληροφορική
έσω-βαθμός in-degree Πληροφορική
εσωτερικός internal Πληροφορική
ευθυγράμμιση alignment Πληροφορική
ευστάθεια stability Πληροφορική
εφαρμογή application Πληροφορική
ζευγνύων spanning Πληροφορική
ζυγισμένος weighted Πληροφορική
ημιαθροιστής half adder Πληροφορική
θήκη case Πληροφορική
ιδιοδιάνυσμα eigenvector Πληροφορική
ιδιότητα attribute property Πληροφορική
ιδιοτιμή eigenvalue Πληροφορική
ισθμός isthmus Πληροφορική
ισογράφος isograph Πληροφορική
ισομορφικός isomorphic Πληροφορική
ισομορφισμός isomorphism Πληροφορική
ισορροπημένος balanced Πληροφορική
ιστόγραμμα histogram Πληροφορική
ίχνος trail Πληροφορική
κάλυμμα cover Πληροφορική
κανάλι channel Πληροφορική
κανόνας rule Πληροφορική
καρπός wrist Πληροφορική
κάρτα card Πληροφορική
κατακερματισμός fragmentation Πληροφορική
κατάτμηση segmentation Πληροφορική
καταχωρητής register Πληροφορική
κατηγόρημα predicate Πληροφορική
κατώφλι threshold Πληροφορική
κατωφλίωση thresholding Πληροφορική
κενός empty Πληροφορική
κέντρο center Πληροφορική
κεφαλή head Πληροφορική
κινηματική kinematics Πληροφορική
κινητήρας motor Πληροφορική
κλαδί branch Πληροφορική
κλείσιμο closure Πληροφορική
κλήση call Πληροφορική
κλίκα clique Πληροφορική
κλωβός cage Πληροφορική
κόμβος node Πληροφορική
κορυφή vertex Πληροφορική
κουμπί button Πληροφορική
κρίσιμος critical Πληροφορική
κρυσταλλοτρίοδος transistor Πληροφορική
κυβικός cubic Πληροφορική
κυκλικός cyclic Πληροφορική
κύκλος cycle Πληροφορική
κύκλωμα circuit Πληροφορική
κώδικας code Πληροφορική
κωδικοποίηση encoding Πληροφορική
κωδικοποιητής encoder Πληροφορική
λαβή handle Πληροφορική
λειτουργία operation Πληροφορική
λίστα list Πληροφορική
λογισμικό software Πληροφορική
μαγικός magic Πληροφορική
μέγεθος size Πληροφορική
μέγιστος maximal Πληροφορική
μέθοδος method Πληροφορική
μέλος member Πληροφορική
μέσο median Πληροφορική
μεταβατικός transitive Πληροφορική
μεταβλητή variable Πληροφορική
μεταγλωττιστής compiler Πληροφορική
μεταφερσιμότητα portability Πληροφορική
μεταφορά fetch Πληροφορική
μέτρηση counting Πληροφορική
μηδενικός null Πληροφορική
μηδενικότητα nullity Πληροφορική
μήκος length Πληροφορική
μνήμη memory Πληροφορική
μονοπάτι path Πληροφορική
μοντέλο model Πληροφορική
νεροχύτης sink Πληροφορική
οθόνη screen Πληροφορική
οκτάδεντρο octree Πληροφορική
ομοιομορφικός homeomorphic Πληροφορική
όρισμα argument Πληροφορική
ουρά queue tail Πληροφορική
όψη face Πληροφορική
παράγοντας factor Πληροφορική
παραγοντοποίηση factorization Πληροφορική
παραγωγικότητα productivity Πληροφορική
παράθυρο window Πληροφορική
παραλληλισμός parallelism Πληροφορική
παράλληλος parallel Πληροφορική
παράμετρος parameter Πληροφορική
παρέμβαση διακοπή interrupt Πληροφορική
πεδίο field Πληροφορική
πελάτης client Πληροφορική
πεπερασμένος finite Πληροφορική
περιβάλλον environment Πληροφορική
περιθώριο boundary Πληροφορική
περιοχή region Πληροφορική
περίπατος walk Πληροφορική
περιστατικό instance Πληροφορική
περιφέρεια girth Πληροφορική
πηγή source Πληροφορική
πίνακας πίνακας στοιχείων array Πληροφορική
πλαίσιο frame Πληροφορική
πλατφόρμα platform Πληροφορική
πλατωνικός platonic Πληροφορική
πλήκτρο key Πληροφορική
πληκτρολόγιο keyboard Πληροφορική
πλήρης complete Πληροφορική
πληροφορία information Πληροφορική
Πληροφορική Information Technology Computer Science Πληροφορική
πολυγράφος multigraph Πληροφορική
πολυεπεξεργασία multiprocessing Πληροφορική
πολυμέσα multimedia Πληροφορική
πολυπλέκτης multiplexer Πληροφορική
πολυπρογραμματισμός multiprogramming Πληροφορική
πόλωση bias Πληροφορική
ποντίκι mouse Πληροφορική
ποσοδείκτης quantifier Πληροφορική
πρόγραμμα program Πληροφορική
προγραμματίζω program Πληροφορική
προγραμματισμός programming Πληροφορική
προγραμματιστής programmer Πληροφορική
προσανατολίσιμος orientable Πληροφορική
προσανατολισμένος oriented Πληροφορική
πρόσημο sign Πληροφορική
προσθήκη append Πληροφορική
προσπελαύνω access Πληροφορική
προσπίπτουσα incident Πληροφορική
προσυνθήκη precondition Πληροφορική
προτεραιότητα priority Πληροφορική
πυρήνας kernel Πληροφορική
ροή flow stream Πληροφορική
ρομπότ robot Πληροφορική
ρυθμιστής regulator compensator Πληροφορική
σαμπρέλα torus Πληροφορική
σειρά rank Πληροφορική
σειριακός serial Πληροφορική
σελίδα page Πληροφορική
σενάριο scenario Πληροφορική
σήμα signal Πληροφορική
σημαία flag Πληροφορική
σηματοφορέας semaphore Πληροφορική
σημείο point Πληροφορική
σθένος valency Πληροφορική
σκαλωσιά scaffolding Πληροφορική
σκελετός skeleton Πληροφορική
σταθερά constant Πληροφορική
στιγμιότυπο instance Πληροφορική
στοίβα stack Πληροφορική
συγκεκριμενοποίηση instantiation Πληροφορική
συγκόλληση welding Πληροφορική
συγχρονισμός synchronisation Πληροφορική
συγχώνευση fusion merge Πληροφορική
συμβατότητα compatibility Πληροφορική
σύμβολο symbol Πληροφορική
συμβολομεταφραστής assembler Πληροφορική
συμβολοσειρά symbol sequence Πληροφορική
συμμετρικός symmetric Πληροφορική
συμπαράγοντας cofactor Πληροφορική
συμπλήρωμα complement Πληροφορική
συναρμολόγηση assembly Πληροφορική
συνάρτηση function Πληροφορική
συνδεδεμένος connected Πληροφορική
σύνδενδρο cotree Πληροφορική
σύνδεση join Πληροφορική
συνδεσμικότητα connectivity Πληροφορική
σύνδεσμος link Πληροφορική
σύνθεση composition Πληροφορική
συνθήκη condition Πληροφορική
συνιστώσα component Πληροφορική
συνολοθεωρία set theory Πληροφορική
συντελεστής mantissa Πληροφορική
συντονισμός resonance Πληροφορική
συρρουτίνα coroutine Πληροφορική
συσσωρευτής accumulator Πληροφορική
σχισμή slot Πληροφορική
σωρός heap Πληροφορική
τακτικός regular Πληροφορική
τάξη order Πληροφορική
ταξινόμηση sorting Πληροφορική
ταυτότητα identity Πληροφορική
ταχύτητα velocity speed Πληροφορική
τελεστής operator Πληροφορική
τεμάχιο block Πληροφορική
τέρμα terminus Πληροφορική
τιμή value Πληροφορική
τμήμα segment Πληροφορική
τομή intersection Πληροφορική
τόξο arc Πληροφορική
τοποθέτηση placement Πληροφορική
τραχύτητα coarseness Πληροφορική
τριγωνοποιημένος triangulated Πληροφορική
τρύπα hole Πληροφορική
τυπώνω print Πληροφορική
υλικό hardware Πληροφορική
υλοποίηση implementation Πληροφορική
υπεργράφος supergraph Πληροφορική
υπερχείλιση overflow Πληροφορική
υπογράφος subgraph Πληροφορική
υποδιαίρεση subdivision Πληροφορική
υπόθεση hypothesis Πληροφορική
υποκείμενος underlying Πληροφορική
υποπρόγραμμα subroutine Πληροφορική
υπορουτίνα subroutine Πληροφορική
φλοιός shell Πληροφορική
φορτωτής loader Πληροφορική
χαρακτήρας character Πληροφορική
χορδή chord Πληροφορική
χρήστης user Πληροφορική
χρονοδρομολόγηση scheduling time scheduling Πληροφορική
χρωματισμός coloring Πληροφορική
χωρητικότητα capacity Πληροφορική
ψευδής false Πληροφορική
ψευδογράφος pseudograph Πληροφορική
ψευδοκώδικας pseudocode Πληροφορική
ψευδοσυμμετρικός pseudosymmetric Πληροφορική
ψηφιακός digital Πληροφορική
ψηφίδα chip Πληροφορική
αβερσιανός haversian Ανθρωπολογία
αγγείο pot blood-vessel Ανθρωπολογία
αγγειοπλαστική pottery angioplasty Ανθρωπολογία
αγκώνας elbow Ανθρωπολογία
άγνωστος unknown Ανθρωπολογία
αγρότης farmer agriculturalist Ανθρωπολογία
αγροτικός agricultural Ανθρωπολογία
άγχος anxiety stress Ανθρωπολογία
αδαμαντίνη σμάλτο δοντιού enamel Ανθρωπολογία
αδένας gland Ανθρωπολογία
αδυναμία intolerance Ανθρωπολογία
αέρας air Ανθρωπολογία
αεροστεγής air-tight Ανθρωπολογία
αίμα blood Ανθρωπολογία
αιματοκρίτης hematocrit Ανθρωπολογία
αιμοσφαιρίνη hemoglobin Ανθρωπολογία
αιμοφόρος blood Ανθρωπολογία
αίτιο causal factor Ανθρωπολογία
άκανθα spine Ανθρωπολογία
ακόντιο javelin Ανθρωπολογία
ακοντιστής spearman Ανθρωπολογία
ακουστικός auditory Ανθρωπολογία
άκρα appendages Ανθρωπολογία
ακρίβεια accuracy Ανθρωπολογία
ακριβής precise Ανθρωπολογία
άκρο margin Ανθρωπολογία
ακρολοφία Ανθρωπολογία
ακρώμιο acromion Ανθρωπολογία
ακρωτηριασμένος mutilated Ανθρωπολογία
ακρωτηριασμός mutilation Ανθρωπολογία
ακτινοβολία radiation Ανθρωπολογία
αλγόριθμος algorithm Ανθρωπολογία
αλλαγή shift Ανθρωπολογία
αλληλόμορφος allelic Ανθρωπολογία
αλληλουχία διαδοχή sequence Ανθρωπολογία
αλλοίωση βλάβη deterioration lesion Ανθρωπολογία
αλλομετρικός allometric Ανθρωπολογία
αλλουβιακός alluvial Ανθρωπολογία
αλπικός alpine Ανθρωπολογία
αλτρουισμός altruism Ανθρωπολογία
αλφισμός albinism Ανθρωπολογία
Αμερινδός Ameridian Ανθρωπολογία
αμινοξύ amino acid Ανθρωπολογία
αμμώδης sandy Ανθρωπολογία
αναβολικός anabolic Ανθρωπολογία
αναγεννήσιμος regenerated Ανθρωπολογία
ανάγλυφο relief Ανθρωπολογία
αναδιάπλαση remodeling Ανθρωπολογία
αναιμία anemia Ανθρωπολογία
ανάλυση analysis Ανθρωπολογία
αναμενόμενος expected Ανθρωπολογία
αναπαραγωγή reproduction Ανθρωπολογία
αναπαραγωγική reproductive Ανθρωπολογία
αναπνευστικός respiratory Ανθρωπολογία
ανάπτυξη development Ανθρωπολογία
αναπτυξιακή developmental Ανθρωπολογία
αναρρίχηση climbing Ανθρωπολογία
ανασκαφή excavation Ανθρωπολογία
ανασταλτικός inhibiting Ανθρωπολογία
ανάστημα ύψος stature height Ανθρωπολογία
ανασυνδυασμός recombination Ανθρωπολογία
ανασύσταση αναπαράσταση reconstruction Ανθρωπολογία
ανάταξη reconstruction Ανθρωπολογία
ανατομία anatomy Ανθρωπολογία
ανδρογόνο androgen Ανθρωπολογία
ανεπάρκεια deficiency Ανθρωπολογία
ανέχεια indigence Ανθρωπολογία
ανθρωπογενές anthropogenic Ανθρωπολογία
Ανθρωπολογία Anthropology Ανθρωπολογία
Ανθρωπομετρία Anthropometry Ανθρωπολογία
ανθρωπομετρικός anthropometric Ανθρωπολογία
ανθρωποσκοπικός anthroposcopic Ανθρωπολογία
ανοσοποιητικό immune Ανθρωπολογία
αντίδραση reaction Ανθρωπολογία
αντίξοος arduous Ανθρωπολογία
αντίχειρας thumb Ανθρωπολογία
ανωμαλία anomaly irregularity Ανθρωπολογία
ανώμαλος irregular uneven Ανθρωπολογία
απαγωγή abduction Ανθρωπολογία
απάθεια αδιαφορία apathy Ανθρωπολογία
απαραίτητος essential Ανθρωπολογία
απαρχή origin Ανθρωπολογία
απογαλακτισμός weaning Ανθρωπολογία
απόθεση deposit Ανθρωπολογία
απόκλιση deviation Ανθρωπολογία
απολίθωμα fossil Ανθρωπολογία
απολιθωμένος fossilized Ανθρωπολογία
απολίθωση απολιθοποίηση fossilization Ανθρωπολογία
απομονωμένος isolated Ανθρωπολογία
απομόνωση isolation Ανθρωπολογία
απορρόφηση absorption Ανθρωπολογία
απόστημα abscess Ανθρωπολογία
απότομος abrupt Ανθρωπολογία
αποτύπωμα print impression Ανθρωπολογία
αποτυχία failure Ανθρωπολογία
απουσία absence Ανθρωπολογία
απόφυση process Ανθρωπολογία
άποψη concept Ανθρωπολογία
απώλεια loss Ανθρωπολογία
αραβόσιτος maize Ανθρωπολογία
αρθρίτιδα arthritis Ανθρωπολογία
άρθρωση joint articulation Ανθρωπολογία
αρμοστικότητα fitness Ανθρωπολογία
άρρεν male Ανθρωπολογία
Αρχαιολόγος Archaeologist Ανθρωπολογία
αρχείο record Ανθρωπολογία
ασβέστης whitewash Ανθρωπολογία
ασβέστιο calcium Ανθρωπολογία
ασβεστώδης calcareous Ανθρωπολογία
ασθένεια disease Ανθρωπολογία
αστέριο asterion Ανθρωπολογία
αστικοποίηση urbanization Ανθρωπολογία
αστικός urban civic Ανθρωπολογία
αστράγαλος ankle Ανθρωπολογία
αστυφιλία crowding Ανθρωπολογία
ασυνεχής discontinuous Ανθρωπολογία
ασφυξία suffocation Ανθρωπολογία
ατμοσφαιρικός atmospheric Ανθρωπολογία
ατύχημα accident Ανθρωπολογία
αύλακα groove furrow Ανθρωπολογία
αύξηση growth Ανθρωπολογία
αυχενικός cervical Ανθρωπολογία
αφυδάτωση dehydration Ανθρωπολογία
αχονδροπλασία achondroplasia Ανθρωπολογία
βάδιση walking Ανθρωπολογία
βαθουλότητα hollow depression Ανθρωπολογία
βαθύς profound Ανθρωπολογία
βακτηριακός bacterial Ανθρωπολογία
βακτήριο bacterium Ανθρωπολογία
βάρος βαρύτητα weight Ανθρωπολογία
βάση οριζόντιο σώμα body corpus Ανθρωπολογία
βασικράνιο basicranium Ανθρωπολογία
βαφή tempering dyeing Ανθρωπολογία
βελόνα needle Ανθρωπολογία
Βεριγγεία Beringia Ανθρωπολογία
Βιοαρχαιολογία bio-archaeology Ανθρωπολογία
Βιογεωγραφία biogeography Ανθρωπολογία
βιογεωγραφικός biogeographic Ανθρωπολογία
βιολογικός biological Ανθρωπολογία
βιο-πολιτισμική bio-cultural Ανθρωπολογία
βιοσωματικός biosomatic Ανθρωπολογία
βιοτυπολογία biotypology Ανθρωπολογία
βιταμίνη vitamin Ανθρωπολογία
βλάστημα anlage Ανθρωπολογία
βλέννη mucous Ανθρωπολογία
βλεννώδης mucinous Ανθρωπολογία
βοσκός shepherd Ανθρωπολογία
Βούρμιος Wurm Ανθρωπολογία
βραχυκεφαλία brachycephaly Ανθρωπολογία
βραχυκεφαλοποίηση brachycephalization Ανθρωπολογία
βραχυκέφαλος brachycephalic Ανθρωπολογία
βραχυπρόθεσμος short term Ανθρωπολογία
βρέγμα bregma Ανθρωπολογία
βρέφος νήπιο infant Ανθρωπολογία
βρογχίτιδα bronchitis Ανθρωπολογία
γαλακτικός νεογιλός deciduous Ανθρωπολογία
γαλακτοκομία dairy Ανθρωπολογία
γαλουχία θηλασμός lactation Ανθρωπολογία
γαμέτης gamete Ανθρωπολογία
γαμψόνυχας hooked-nail Ανθρωπολογία
γαστρεντερικός gastrointestinal Ανθρωπολογία
γαστροκνήμιος gastrocnemius Ανθρωπολογία
γενεά generation Ανθρωπολογία
γενεαλογία γενεαλογική σειρά ancestry origin Ανθρωπολογία
γενετικός genetic Ανθρωπολογία
γενίκευση generalization Ανθρωπολογία
γέννηση birth Ανθρωπολογία
γένος tribe Ανθρωπολογία
γέρικος old Ανθρωπολογία
γεροδεμένος stocky Ανθρωπολογία
γέφυρα bridge Ανθρωπολογία
γεωγραφικός geographic Ανθρωπολογία
γεωμορφολογία geomorphology Ανθρωπολογία
γεωργία agriculture Ανθρωπολογία
γιγαντισμός gigantism Ανθρωπολογία
γκραβέττιος gravettian Ανθρωπολογία
Γκύνζιος Gunz Ανθρωπολογία
γλουτός buttock Ανθρωπολογία
γλυκοκορτικοειδής glucocorticoid Ανθρωπολογία
γλυπτό sculpture Ανθρωπολογία
γλώσσα language tongue Ανθρωπολογία
γναθικός mandibular Ανθρωπολογία
γνάθος jaw Ανθρωπολογία
γνήσιος genuine 1 Ανθρωπολογία
γομφίος molar Ανθρωπολογία
γοναδοτρόπος gonadotropic Ανθρωπολογία
γονέας parent Ανθρωπολογία
γονιδιακός gene Ανθρωπολογία
γονίδιο gene Ανθρωπολογία
γόνιμος fertile Ανθρωπολογία
γονιμότητα fertility Ανθρωπολογία
γονοτυπικός genotypic genotypical Ανθρωπολογία
γονότυπος genotype Ανθρωπολογία
γραμμική linear Ανθρωπολογία
γρίπη influenza Ανθρωπολογία
γροθιά punch fist Ανθρωπολογία
γυμναστική gymnastics Ανθρωπολογία
γωνιώδης angled Ανθρωπολογία
δάκτυλος finger toe Ανθρωπολογία
δεδομένα data Ανθρωπολογία
δείκτης index Ανθρωπολογία
δενδρόβιος arboreal Ανθρωπολογία
δέρμα skin Ανθρωπολογία
δερματογλυφή dermatoglyphics Ανθρωπολογία
δηλητηρίαση poisoning Ανθρωπολογία
δημητριακό cereal Ανθρωπολογία
δημογραφία demography Ανθρωπολογία
δημογραφικός demographic Ανθρωπολογία
διαβάθμιση cline Ανθρωπολογία
διαβίωση living Ανθρωπολογία
διάγνωση diagnosis Ανθρωπολογία
διαγνωστικός diagnostic Ανθρωπολογία
διαδεδομένος prevalent Ανθρωπολογία
διαδικασία procedure Ανθρωπολογία
διακρίνω distinguish Ανθρωπολογία
διακριτός discrete Ανθρωπολογία
διακύμανση fluctuation Ανθρωπολογία
διάμεσος median Ανθρωπολογία
διάμετρος diameter Ανθρωπολογία
διασταύρωση crossing interbreeding Ανθρωπολογία
διαταραχή disorder Ανθρωπολογία
διατήρηση συντήρηση preservation maintenance Ανθρωπολογία
διάτμηση dividing intersection Ανθρωπολογία
διαφοροποίηση differentiation Ανθρωπολογία
διάφυση diaphysis Ανθρωπολογία
διαφωτιστική informative Ανθρωπολογία
δίδυμος twin Ανθρωπολογία
διεισδυτικότητα discernment Ανθρωπολογία
διμορφισμός dimorphism Ανθρωπολογία
διπλευρικός δίπλευρος bilateral Ανθρωπολογία
διπλόη diploe Ανθρωπολογία
δοκιδικός trabecular Ανθρωπολογία
δοκιμαστής taster Ανθρωπολογία
δολιχοκεφαλία dolichocephaly Ανθρωπολογία
δολιχόκρανος dolichocranic Ανθρωπολογία
δόντι tooth Ανθρωπολογία
δυσανεξία intolerance Ανθρωπολογία
δυσφορία discomfort Ανθρωπολογία
εγκατάσταση settlement Ανθρωπολογία
εγκεφαλικός cerebral Ανθρωπολογία
εγκέφαλος brain Ανθρωπολογία
εγκοπή notch Ανθρωπολογία
εγκυμοσύνη pregnancy Ανθρωπολογία
έδαφος ground soil Ανθρωπολογία
εθνικότητα εθνότητα nationality Ανθρωπολογία
εθνογενετικός ethnogenetic Ανθρωπολογία
Εθνολογία Ethnology Ανθρωπολογία
εικόνα image picture Ανθρωπολογία
εισαγωγή introduction Ανθρωπολογία
εισόδημα income Ανθρωπολογία
εκβλάστηση anlage Ανθρωπολογία
έκθεση exposure Ανθρωπολογία
έκκριση secretion Ανθρωπολογία
εκμαγείο cast Ανθρωπολογία
εκρίζωση evulsion Ανθρωπολογία
έκταση lengthening extent Ανθρωπολογία
εκτείνων extensor Ανθρωπολογία
εκτίμηση assessment Ανθρωπολογία
εκφυλισμός deterioration Ανθρωπολογία
εκφυλιστικός corruptive Ανθρωπολογία
έκφυση ανατολή δοντιού eruption Ανθρωπολογία
ελαστικότητα elasticity flexibility Ανθρωπολογία
ελεφαντοστό ελεφαντόδοντο ivory Ανθρωπολογία
έλλειψη deficit elliptic Ανθρωπολογία
ελονοσία malaria Ανθρωπολογία
έμβρυο embryo foetus Ανθρωπολογία
Εμβρυολογία embryology Ανθρωπολογία
εμμηνορρυσία menstruation Ανθρωπολογία
ενδιαίτημα habitat dwelling Ανθρωπολογία
ενδοατομικός intra-individual Ανθρωπολογία
ενδοκρανιακός endocranial Ανθρωπολογία
ενδοκρινής endocrine Ανθρωπολογία
Ενδοκρινολογία Endocrinology Ανθρωπολογία
ενδομήτριος endometrius intrauterine Ανθρωπολογία
ενδόστεο endosteum Ανθρωπολογία
ένζυμο enzyme Ανθρωπολογία
ενθεσοπάθεια enthesopathy Ανθρωπολογία
ένταση tension Ανθρωπολογία
ενταφιασμός interment Ανθρωπολογία
εντερικός intestinal Ανθρωπολογία
έντερο intestine bowel Ανθρωπολογία
εξάπλωση expansion Ανθρωπολογία
εξάρθρωση dislocation varus Ανθρωπολογία
εξαστισμός urbanization Ανθρωπολογία
εξελικτική evolutionary Ανθρωπολογία
εξέλιξη evolution Ανθρωπολογία
εξόστωση exostosis Ανθρωπολογία
επάγγελμα profession occupation Ανθρωπολογία
επαγγελματική occupational Ανθρωπολογία
επαναδιάταξη re-alignment Ανθρωπολογία
επανάσταση revolution Ανθρωπολογία
έπαρμα groove Ανθρωπολογία
επιβίωση survival Ανθρωπολογία
επιγενετικός epigenetic Ανθρωπολογία
επιγλωττίδα epiglottis Ανθρωπολογία
επιγονατίδα patella Ανθρωπολογία
επιδερμίδα epidermis Ανθρωπολογία
επιδιδυμίδα epididymis Ανθρωπολογία
επίδραση impact Ανθρωπολογία
επιθετικός aggressive Ανθρωπολογία
επικρατές dominant Ανθρωπολογία
επιλεκτικός selective Ανθρωπολογία
επιλογή selection Ανθρωπολογία
επινεφρίδιο adrenal gland Ανθρωπολογία
επίπεδο status Ανθρωπολογία
επιπλοκή complication Ανθρωπολογία
επιπρόσθετος additional Ανθρωπολογία
επισκόπηση review Ανθρωπολογία
επίσταση epistasis Ανθρωπολογία
επιτύμβιος Ανθρωπολογία
επιφάνεια surface Ανθρωπολογία
εποχιακός seasonal Ανθρωπολογία
εργαλείο tool Ανθρωπολογία
εργασία work employment Ανθρωπολογία
ερέθισμα stimulation Ανθρωπολογία
έρημος desert Ανθρωπολογία
εσωτερικό inferior Ανθρωπολογία
ετερογένεια heterogeny Ανθρωπολογία
ετερόζυγος heterozygous Ανθρωπολογία
ετεροζυγώτης heterozygote Ανθρωπολογία
ετεροζυγωτία heterozygosis Ανθρωπολογία
ετέρωση heterosis Ανθρωπολογία
εύκρατος temperate Ανθρωπολογία
ευλογιά smallpox Ανθρωπολογία
ευλυγισία flexible Ανθρωπολογία
ευνούχος eunuch Ανθρωπολογία
ευρυμετωπία eurymetopy Ανθρωπολογία
ευρυπυελία eurypelvic Ανθρωπολογία
ευρυωμία Ανθρωπολογία
εύρωστος στιβαρός robust Ανθρωπολογία
εφηβεία adolescence Ανθρωπολογία
εφίδρωση sweating Ανθρωπολογία
ζυγωματικό οστό της παρειάς cheekbone zygomatic bone Ανθρωπολογία
ζυγωτό zygote Ανθρωπολογία
ζύμωση fermentation Ανθρωπολογία
ζωγράφος painter artist Ανθρωπολογία
ζωή life vitality Ανθρωπολογία
ζωικός faunal Ανθρωπολογία
ζώνη zone Ανθρωπολογία
ζώο animal Ανθρωπολογία
ήβη puberty Ανθρωπολογία
ηβικός pubic pubis Ανθρωπολογία
ηλικία age Ανθρωπολογία
ηλιόλουστος sunny Ανθρωπολογία
ηλιοφάνεια sunshine Ανθρωπολογία
ημιζωή χρόνος ημιζωής half life Ανθρωπολογία
ημι-συνεχής quasi-continuous Ανθρωπολογία
ημισφαίριο hemisphere Ανθρωπολογία
ημιτενοντώδης semitendinosus Ανθρωπολογία
ημιυμενώδης semimembranosus Ανθρωπολογία
ήπαρ liver Ανθρωπολογία
ηφαίστειο volcano Ανθρωπολογία
θάλαμος thalamus Ανθρωπολογία
θάνατος death Ανθρωπολογία
θεραπεία cure treatment Ανθρωπολογία
θερμοκρασία temperature Ανθρωπολογία
θηλαστικό mammal Ανθρωπολογία
θήλυ female Ανθρωπολογία
θήραμα game Ανθρωπολογία
θνησιμότητα mortality Ανθρωπολογία
θόρυβος noise Ανθρωπολογία
θραύση κάταγμα fracture Ανθρωπολογία
θρέψη nutrition Ανθρωπολογία
θρησκεία religion Ανθρωπολογία
θυλακίτιδα bursitis Ανθρωπολογία
θυρεοειδής thyroid Ανθρωπολογία
θυρεοειδικός thyroidal Ανθρωπολογία
θυροξίνη thyroxin Ανθρωπολογία
θώρακας thorax Ανθρωπολογία
ιατρικός medical Ανθρωπολογία
ιδιοσυστασία Ανθρωπολογία
ιδρώτας sweat Ανθρωπολογία
ιδρωτοποιός sweat Ανθρωπολογία
ιερό sacral Ανθρωπολογία
ιεροτελεστία ritual Ανθρωπολογία
ιθαγενής native Ανθρωπολογία
ικανότητα δυνατότητα ability capacity Ανθρωπολογία
ιλαρά measles Ανθρωπολογία
ινιακός occipital Ανθρωπολογία
ινσουλίνη insulin Ανθρωπολογία
ινσουλινοπενία Ανθρωπολογία
ιός virus Ανθρωπολογία
ισημερινός equator Ανθρωπολογία
ισοδύναμος equivalent Ανθρωπολογία
ισορροπία balance equilibrium Ανθρωπολογία
Ισπανικός Hispanic Ανθρωπολογία
ιστορικός historic Ανθρωπολογία
ιστός tissue Ανθρωπολογία
ισχίο hip bone Ανθρωπολογία
ίχνος trace track Ανθρωπολογία
ιχνοστοιχείο trace mineral Ανθρωπολογία
καθυστέρηση retardation Ανθρωπολογία
καινοτομία innovation Ανθρωπολογία
καιρός weather Ανθρωπολογία
καλαθόσφαιρα μπάλα του μπάσκετ basket ball Ανθρωπολογία
καλλιεργητής cultivator Ανθρωπολογία
κάλλος κόνδυλος tuberosity Ανθρωπολογία
καλοκαίρι summer Ανθρωπολογία
καμπτήρας flexor Ανθρωπολογία
καμπυλώδης curved Ανθρωπολογία
κάμψη bending Ανθρωπολογία
κανιβαλισμός cannibalism Ανθρωπολογία
κάπνισμα smoking Ανθρωπολογία
κάπνισμα smoked Ανθρωπολογία
καπνιστής smoker Ανθρωπολογία
καροτίνη carotene Ανθρωπολογία
καρπός wrist Ανθρωπολογία
κατακρήμνιση βροχόπτωση rainfall Ανθρωπολογία
κατανομή distribution Ανθρωπολογία
κατάσταση συνθήκη situation condition Ανθρωπολογία
Καυκασοειδής Caucasoid Ανθρωπολογία
καύση cremation Ανθρωπολογία
κάψα capsule Ανθρωπολογία
κερκίδα radius Ανθρωπολογία
κερκιδικό radial Ανθρωπολογία
κεφαλή head Ανθρωπολογία
κεφαλομετρία cephalometry Ανθρωπολογία
κίνηση movement motion Ανθρωπολογία
κλείδα clavicle Ανθρωπολογία
κληρονομικότητα inheritance Ανθρωπολογία
κληρονομούμενος inherited Ανθρωπολογία
κλίμα climate Ανθρωπολογία
κνήμη tibia Ανθρωπολογία
κογχικός orbital Ανθρωπολογία
κοίλος tubular Ανθρωπολογία
κοινωνία society social community Ανθρωπολογία
κοινωνικο-οικονομικός socio-economic Ανθρωπολογία
κοινωνικός social Ανθρωπολογία
κόκκυγας coccyx Ανθρωπολογία
κολλαγόνο collagen Ανθρωπολογία
κολποειδής loop Ανθρωπολογία
κολύμβηση swimming swim Ανθρωπολογία
κοντός short Ανθρωπολογία
κορμός trunk Ανθρωπολογία
κορτικοειδές corticoid Ανθρωπολογία
κορτικοστεροειδές corticoid Ανθρωπολογία
κορυφογραμμή Ανθρωπολογία
κόσμημα ornament jewel Ανθρωπολογία
κοτύλη acetabulum Ανθρωπολογία
κρανίο cranium skull Ανθρωπολογία
Κρανιολογία Craniology Ανθρωπολογία
Κρανιομετρία Craniometry Ανθρωπολογία
κριθάρι barley Ανθρωπολογία
κροταφικό temporal Ανθρωπολογία
κροταφίτης temporalis Ανθρωπολογία
κτηνοτροφία pastoralism Ανθρωπολογία
κυβοειδές cuboid Ανθρωπολογία
κύηση gestation Ανθρωπολογία
κυνήγι game hunting Ανθρωπολογία
κυνηγός-τροφοσυλλέκτης hunter-gatherer Ανθρωπολογία
κυνόδοντας canine Ανθρωπολογία
κύρτωση curve Ανθρωπολογία
κυτταροδιαφοροποίηση cytodifferentiation Ανθρωπολογία
λάβα lava Ανθρωπολογία
λαβδοειδής lambdoid Ανθρωπολογία
λαγόνιο iliac Ανθρωπολογία
λαγόνιος iliacus Ανθρωπολογία
λακτάση lactase Ανθρωπολογία
λακτόζη lactose Ανθρωπολογία
λάρυγγας larynx Ανθρωπολογία
λειτουργία function Ανθρωπολογία
λείψανο υπόλειμμα relic remain Ανθρωπολογία
λεκάνη πύελος pelvis Ανθρωπολογία
λεπιδοειδές squama Ανθρωπολογία
λεπτοκαμωμένος gracile Ανθρωπολογία
λεπτός slender Ανθρωπολογία
λήψη ingestion Ανθρωπολογία
λιάζομαι basking Ανθρωπολογία
λιμοκτονία πείνα starvation Ανθρωπολογία
λίπος adipose Ανθρωπολογία
λοβός lobe Ανθρωπολογία
λύσσα rabies Ανθρωπολογία
μαζικός massive Ανθρωπολογία
μακροζωία longevity Ανθρωπολογία
μακροπρόθεσμος long term Ανθρωπολογία
μακροσκελής lengthy long Ανθρωπολογία
μακρύ long Ανθρωπολογία
μαλλιά hair Ανθρωπολογία
μαρασμός marasmus Ανθρωπολογία
μασητήρας masseter Ανθρωπολογία
μασητική masticatory Ανθρωπολογία
μάσκα mask Ανθρωπολογία
μαστοειδής mastoid Ανθρωπολογία
μαύρισμα tan Ανθρωπολογία
μεγαλακρία acromegalia Ανθρωπολογία
μέγεθος size magnitude Ανθρωπολογία
μεθοδολογία methodology Ανθρωπολογία
μείωση reduction Ανθρωπολογία
μελανίνη melanin Ανθρωπολογία
μελανοκύτταρο melanocyte Ανθρωπολογία
μεμβράνη membrane Ανθρωπολογία
μεσαιωνικός medieval Ανθρωπολογία
μεσέγχυμα mesenchyma Ανθρωπολογία
μεσοβρεγματική sagittal Ανθρωπολογία
Μεσολιθική Mesolithic Ανθρωπολογία
μεσο-παγετώδης interglacial Ανθρωπολογία
μέσος average Ανθρωπολογία
μεσοσκελής Ανθρωπολογία
μεσόφρυο glabella Ανθρωπολογία
μετάβαση transition Ανθρωπολογία
μεταβατική transitional Ανθρωπολογία
μεταβλητή variable Ανθρωπολογία
μεταβολή change Ανθρωπολογία
μετακάρπιο metacarpal Ανθρωπολογία
μετακίνηση shift Ανθρωπολογία
μετακρανιακός postcranial Ανθρωπολογία
μεταλλαγή μετάλλαξη mutation Ανθρωπολογία
μέταλλο mineral Ανθρωπολογία
μεταμετωπικό post frontal Ανθρωπολογία
μετανάστευση migration Ανθρωπολογία
μέτρηση measurement Ανθρωπολογία
μετρικός metric Ανθρωπολογία
μετριωμία Ανθρωπολογία
μετωπικός frontal Ανθρωπολογία
Μετωπισμός Metopic suture metopism Ανθρωπολογία
μέτωπο forehead Ανθρωπολογία
μη-δοκιμαστής non-taster Ανθρωπολογία
μη-μετρήσιμος non-metric Ανθρωπολογία
μηρός thigh Ανθρωπολογία
μη-τμηματικός non sectorial Ανθρωπολογία
μήτρα uterus Ανθρωπολογία
μιγάς mestizo Ανθρωπολογία
μικροδομή micro-construction Ανθρωπολογία
μικροεξέλιξη microevolution Ανθρωπολογία
μικροσκοπικός microscopic Ανθρωπολογία
μικροφυλή microrace Ανθρωπολογία
Μινδέλιος Mindel Ανθρωπολογία
Μογγολοειδής Mongoloid Ανθρωπολογία
μοίρα fossa degree Ανθρωπολογία
μοιράζομαι share Ανθρωπολογία
μόλυνση contamination infection Ανθρωπολογία
μολυσματικός infectious Ανθρωπολογία
μονοπλευρική μονόπλευρη unilateral Ανθρωπολογία
μορφή form Ανθρωπολογία
μορφογένεση morphogenesis Ανθρωπολογία
μορφολογία morphology Ανθρωπολογία
μορφολογικός morphological Ανθρωπολογία
μουμιοποιημένος mummified Ανθρωπολογία
μουμιοποίηση mummification Ανθρωπολογία
μουσικός musician Ανθρωπολογία
μοχλός toil Ανθρωπολογία
μοχλός lever Ανθρωπολογία
μπιζέλι pea Ανθρωπολογία
μυϊκός muscular Ανθρωπολογία
μυκητιακός fungal Ανθρωπολογία
μύλη crown Ανθρωπολογία
μυς muscle Ανθρωπολογία
μύτη ρις nose Ανθρωπολογία
νανισμός dwarfism Ανθρωπολογία
νάνος dwarf Ανθρωπολογία
νάτριο sodium Ανθρωπολογία
Νεαντερτάλιος Neanderthalian Ανθρωπολογία
νεκροταφείο cemetery Ανθρωπολογία
νεογέννητο νεογνό newborn foetus Ανθρωπολογία
νέος new Ανθρωπολογία
νεόφλοιος νεοχιτώνιο neocortex Ανθρωπολογία
νερό water Ανθρωπολογία
νευρικός nervous Ανθρωπολογία
νεύρο nerve Ανθρωπολογία
νευροδιαβιβαστής neurotransmitter Ανθρωπολογία
νευροκράνιο εγκεφαλική κάψα neurocranium Ανθρωπολογία
νευρώνας neuron Ανθρωπολογία
νεφρός kidney Ανθρωπολογία
νεωτερισμός innovation Ανθρωπολογία
νοημοσύνη intelligence Ανθρωπολογία
νωτιαίος spinal Ανθρωπολογία
ξενιστής host Ανθρωπολογία
ξηρασία dryness drought Ανθρωπολογία
όγκος μάζα volume mass Ανθρωπολογία
ογκώδης massive Ανθρωπολογία
όγκωμα torus Ανθρωπολογία
οδοντικός dental Ανθρωπολογία
οδοντίνη dentine Ανθρωπολογία
οδοντοφυϊα οδοντοστοιχία dentition Ανθρωπολογία
οικογένεια family Ανθρωπολογία
οικογενειακός family Ανθρωπολογία
οικολογικός ecological Ανθρωπολογία
οικοσύστημα ecosystem Ανθρωπολογία
οισοφάγος oesophagus Ανθρωπολογία
οιστρογόνο estrogen Ανθρωπολογία
ομόζυγος homozygous Ανθρωπολογία
ομοζυγωτία homozygosis Ανθρωπολογία
ομοιομορφία uniformity Ανθρωπολογία
ομοιόσταση homeostasis Ανθρωπολογία
οντογένεση ontogenesis Ανθρωπολογία
οντογενετική ontogenetic Ανθρωπολογία
οξύληκτος pointed Ανθρωπολογία
όπλο weapon Ανθρωπολογία
οπτικός visual Ανθρωπολογία
οργανισμός organism Ανθρωπολογία
ορμόνη hormone Ανθρωπολογία
ορολογία ονοματολογία terminology Ανθρωπολογία
οροπέδιο υψίπεδο highland Ανθρωπολογία
όρχις testicle Ανθρωπολογία
οστάριο ossicle Ανθρωπολογία
οστέινος bony Ανθρωπολογία
οστεοβλάστης osteoblast Ανθρωπολογία
οστεοβλαστικός osteoblastic Ανθρωπολογία
οστεοδοκίδα trabecula Ανθρωπολογία
οστεοκλάστης osteoclast Ανθρωπολογία
οστεολόγος osteologist Ανθρωπολογία
οστεομαλάκυνση osteomalakia Ανθρωπολογία
Οστεομετρία Osteometry Ανθρωπολογία
οστεοποίηση σύγκλιση επιφύσεων ossification eburnation Ανθρωπολογία
οστεοπόρωση osteoporosis Ανθρωπολογία
οστεοφυλάκιο ossuary Ανθρωπολογία
οστεώδης osteoid Ανθρωπολογία
οστό bone Ανθρωπολογία
ουρά tail Ανθρωπολογία
ουρανίσκος palate Ανθρωπολογία
ουσία substance Ανθρωπολογία
οψιανός οψιδιανός obsidian Ανθρωπολογία
όψιμος late Ανθρωπολογία
παγετώδης frost Ανθρωπολογία
παγετώνας glaciation Ανθρωπολογία
παθογόνος pathogenic Ανθρωπολογία
Παλαιοανθρωπολογία Paleoanthropology Ανθρωπολογία
Παλαιοδημογραφία Paleodemography Ανθρωπολογία
παλαιομαγνητισμός Palaeomagnetism Paleomagnetism Ανθρωπολογία
Παλαιοπαθολογία Palaeopathology Paleopathology Ανθρωπολογία
παλάμη palm Ανθρωπολογία
παλαμική palmar Ανθρωπολογία
παλυνολογία pollen analysis Ανθρωπολογία
πανώλη πανούκλα plague Ανθρωπολογία
παράγοντας factor Ανθρωπολογία
παραδοσιακή traditional Ανθρωπολογία
παρακμή decline down Ανθρωπολογία
παραμορφωμένος deformed Ανθρωπολογία
παρατηρηθείς observed Ανθρωπολογία
παρατήρηση observation Ανθρωπολογία
παρεγκεφαλίδα cerebellum Ανθρωπολογία
παρειακός cheek Ανθρωπολογία
παρέκκλιση divergence drift Ανθρωπολογία
παρουσία incidence Ανθρωπολογία
πατινάζ skating Ανθρωπολογία
παχυσαρκία obesity Ανθρωπολογία
πελματιαίος soleus Ανθρωπολογία
πεπτίδιο peptide Ανθρωπολογία
πεπτικός digestive Ανθρωπολογία
περιβάλλον environment Ανθρωπολογία
περιβαλλοντικός environmental Ανθρωπολογία
περίγραμμα outline Ανθρωπολογία
περιγραφικός descriptional Ανθρωπολογία
περιδέραιο necklace Ανθρωπολογία
περίθαλψη medical care Ανθρωπολογία
περικύματα perikymata Ανθρωπολογία
περιορισμός limitation Ανθρωπολογία
περιόστεο periosteum Ανθρωπολογία
περιστροφέας rotator Ανθρωπολογία
περιστροφή στρέψη rotation Ανθρωπολογία
περόνη fibula Ανθρωπολογία
πετόσφαιρα volley ball Ανθρωπολογία
πέτρα lithic Ανθρωπολογία
πηγή fontanelle Ανθρωπολογία
πηγούνι chin Ανθρωπολογία
πηλός clay Ανθρωπολογία
πήχυς πήχης forearm Ανθρωπολογία
πίεση pressure Ανθρωπολογία
πιλάστρο pilaster Ανθρωπολογία
πλακούντας placenta Ανθρωπολογία
πλάτος breadth width Ανθρωπολογία
πλατυβραχία platybrachia Ανθρωπολογία
πλατυέλμινθας tapeworm Ανθρωπολογία
πλατυκνημία platycnemia Ανθρωπολογία
πλατυμέρεια platymeria Ανθρωπολογία
πλειοτροπικός pleiotropic Ανθρωπολογία
πλεονέκτημα advantage Ανθρωπολογία
πλευρά side Ανθρωπολογία
πλευρικότητα laterality Ανθρωπολογία
πλήθος crowd host Ανθρωπολογία
πληθυσμιακός populational Ανθρωπολογία
πληθυσμός population Ανθρωπολογία
πνευματικός mental spiritual Ανθρωπολογία
πνεύμονας lung Ανθρωπολογία
ποικιλότητα diversity Ανθρωπολογία
ποιοτικός qualitative Ανθρωπολογία
πολιτιστικός cultural Ανθρωπολογία
πολυγονιδιακός πολυγενετικός polygenic polygenetic Ανθρωπολογία
πορεία course Ανθρωπολογία
ποσοστό percentage Ανθρωπολογία
ποσοτικός quantitative Ανθρωπολογία
πρηνισμός pronation Ανθρωπολογία
πρηνιστής pronator Ανθρωπολογία
πρήξιμο swelling Ανθρωπολογία
πρόβλεψη prediction Ανθρωπολογία
προβολή subtense Ανθρωπολογία
προγεννητικός prenatal Ανθρωπολογία
πρόγνωση forecast Ανθρωπολογία
προγόμφιος premolar Ανθρωπολογία
προεξοχή protrusion Ανθρωπολογία
προϊστορικός prehistoric Ανθρωπολογία
προλακτίνη prolactin Ανθρωπολογία
πρόοδος advance Ανθρωπολογία
προσαγωγή adduction Ανθρωπολογία
προσαγωγός adductors Ανθρωπολογία
προσαγωγός adductor pollicis Ανθρωπολογία
προσαρμογή adaptation Ανθρωπολογία
προσαρμοστικότητα adaptiveness Ανθρωπολογία
προσβολή insult Ανθρωπολογία
προσδιορισμός καθορισμός determination Ανθρωπολογία
προσθετικός additive Ανθρωπολογία
προσληφθείς ingested Ανθρωπολογία
πρόσληψη ingestion consumption Ανθρωπολογία
προσομοίωση simulation Ανθρωπολογία
προστάτης prostate Ανθρωπολογία
πρόσωπο face Ανθρωπολογία
πρότυπο model Ανθρωπολογία
πρωτεϊνοσύνθεση protein synthesis Ανθρωπολογία
πτέρνα calcaneus Ανθρωπολογία
πτωχός poor Ανθρωπολογία
πυκνότητα density Ανθρωπολογία
πυριτίωση silicosis Ανθρωπολογία
ραδιάνθρακας radio-carbon Ανθρωπολογία
ραφή suture Ανθρωπολογία
ραχίτιδα rachitis rickets Ανθρωπολογία
ριζορρίνιο nasion Ανθρωπολογία
ρινικός nasal Ανθρωπολογία
Ρίσσιος Riss Ανθρωπολογία
ρίψη throwing dropping Ανθρωπολογία
ρούχο garment Ανθρωπολογία
ρύθμιση adjustment Ανθρωπολογία
ρυθμός rate Ανθρωπολογία
ρύπανση pollution Ανθρωπολογία
σαβάνα savanna Ανθρωπολογία
σάλπιγγα ωαγωγός salpinx Ανθρωπολογία
σάρκα flesh Ανθρωπολογία
σειρά series Ανθρωπολογία
σεξουαλικός φυλετικός sexual phyletic Ανθρωπολογία
σημαντής marker Ανθρωπολογία
σιμόμετρο simometer Ανθρωπολογία
σιτάρι wheat Ανθρωπολογία
σκαλοπάτι κατώφλι threshold Ανθρωπολογία
σκελετός skeleton Ανθρωπολογία
σκολίωση scoliosis Ανθρωπολογία
σοδειά crop Ανθρωπολογία
σπηλιά cave Ανθρωπολογία
σπλαγχνοκράνιο προσωπικό κρανίο splachnocranium Ανθρωπολογία
σπλάχνα bowels entrails Ανθρωπολογία
σπονδυλόζωο vertebrate Ανθρωπολογία
σπόνδυλος vertebra Ανθρωπολογία
σπονδύλωση spondylosis Ανθρωπολογία
στενοπυελία Ανθρωπολογία
στενωμία Ανθρωπολογία
στέρηση deprivation Ανθρωπολογία
στέρνο sternum Ανθρωπολογία
στεφανιαία μετωποβρεγματική coronal Ανθρωπολογία
στήθος chest breast Ανθρωπολογία
στολίδι decoration Ανθρωπολογία
στόμα mouth Ανθρωπολογία
στρώμα layer stratum Ανθρωπολογία
στρωματογραφία stratigraphy Ανθρωπολογία
συγχρωτισμός association with Ανθρωπολογία
συμμετρία symmetry Ανθρωπολογία
σύμμετρος symmetric Ανθρωπολογία
συμπεριφορά behavior Ανθρωπολογία
συμπεριφορικός behavioral Ανθρωπολογία
συμπιεστικός compressive Ανθρωπολογία
συμπροσαρμοσμένος co-adapted Ανθρωπολογία
σύμπτωμα symptom Ανθρωπολογία
σύμφυση symphysis Ανθρωπολογία
συνάρτηση function Ανθρωπολογία
σύνδεσμος ligament Ανθρωπολογία
συνεισφορά contribution Ανθρωπολογία
συνεργικός synergistic Ανθρωπολογία
συντελεστής coefficient Ανθρωπολογία
συντηρημένος preserved Ανθρωπολογία
συντηρώ διαιωνίζω perpetuate Ανθρωπολογία
συνωστισμός crush Ανθρωπολογία
συσσώρευση accumulation Ανθρωπολογία
συσχέτιση correlation Ανθρωπολογία
συφιλίδα treponematosis Ανθρωπολογία
συχνότητα frequency Ανθρωπολογία
σφεντόνα sling Ανθρωπολογία
σφραγίδα hallmark Ανθρωπολογία
σχέση συγγένεια affinity relevance Ανθρωπολογία
σχετικός relative Ανθρωπολογία
σωλήνας canal Ανθρωπολογία
σωματικός somatic Ανθρωπολογία
σωματομεδίνη somatomedin Ανθρωπολογία
Σωματομετρία Somatometry Ανθρωπολογία
σωματομετρικός somatometric Ανθρωπολογία
σωματοσκοπία somatoscopy Ανθρωπολογία
σωματότυπος somatotype Ανθρωπολογία
σωματώδης heavy Ανθρωπολογία
ταξινόμηση classification Ανθρωπολογία
ταξινομική discriminant Ανθρωπολογία
ταρίχευση preservation Ανθρωπολογία
τάση tendency trend Ανθρωπολογία
ταυτοποίηση αναγνώριση personal identification Ανθρωπολογία
ταφή burial Ανθρωπολογία
Ταφονομία Taphonomy Ανθρωπολογία
τελετουργικός ritual Ανθρωπολογία
τένοντας tendon Ανθρωπολογία
τερηδόνα caries Ανθρωπολογία
τεστοστερόνη testosterone Ανθρωπολογία
τέφρα ashes Ανθρωπολογία
τεχνητός artificial Ανθρωπολογία
τεχνολογικός technological Ανθρωπολογία
τεχνούργημα artifact Ανθρωπολογία
τηκτίτης tektite Ανθρωπολογία
τοκετός labor Ανθρωπολογία
τομέας κοπτήρας incisor Ανθρωπολογία
τοξικός toxic Ανθρωπολογία
τοξότης archer Ανθρωπολογία
τοπικός local Ανθρωπολογία
τούνδρα tundra Ανθρωπολογία
τουρτουρίζω ριγώ shiver Ανθρωπολογία
τραύμα trauma Ανθρωπολογία
τραχεία trachea Ανθρωπολογία
τρέξιμο running Ανθρωπολογία
τρήμα aperture foramen Ανθρωπολογία
τρηματώδης fluke Ανθρωπολογία
τροπικός tropic tropical Ανθρωπολογία
τροφή board nourishment Ανθρωπολογία
τροχαντήρας trochanter Ανθρωπολογία
τρυπανισμός trepanation trephination Ανθρωπολογία
τυπολογικός typologic Ανθρωπολογία
τύπος type Ανθρωπολογία
τύρφη peat Ανθρωπολογία
τυχαία randomly Ανθρωπολογία
τυχαίος random Ανθρωπολογία
υγεία health Ανθρωπολογία
υγρασία humidity Ανθρωπολογία
υδρατμός vapor Ανθρωπολογία
υοειδές hyoid bone Ανθρωπολογία
υπανάπτυκτος underdevelopment Ανθρωπολογία
υπέρβαρος overweight Ανθρωπολογία
υπεργλυκαιμία hyperglykemia Ανθρωπολογία
υπερέκταση hyperextension Ανθρωπολογία
υπερθυρεοειδισμός hyperthyroidism Ανθρωπολογία
υπερινσουλινισμός insulinism Ανθρωπολογία
υπεριώδης ultra-violet Ανθρωπολογία
υπεροστικός hyperostotic Ανθρωπολογία
υπερπλασία hyperplasia Ανθρωπολογία
υπερτροφία hypertrophy Ανθρωπολογία
υπερώιος palatal maxillary Ανθρωπολογία
υπνόσακος sleeping bag Ανθρωπολογία
υπογλυκαιμία hypoglycemia Ανθρωπολογία
υποδόριος subcutaneous hypodermal Ανθρωπολογία
υποδοχέας receptor Ανθρωπολογία
υποθυρεοειδισμός hypothyroidism hypothyroid Ανθρωπολογία
υπολείμματα θραύσματα debris Ανθρωπολογία
υπολειπόμενος recessive Ανθρωπολογία
υπομόχλιο fulcrum Ανθρωπολογία
υποξία hypoxia hypoxiation Ανθρωπολογία
υποσιτισμός υποθρεψία undernutrition undernourishment Ανθρωπολογία
υποστικός hypostotic Ανθρωπολογία
υπόστρωμα substratum Ανθρωπολογία
υπόφυση hypophysis Ανθρωπολογία
υποχόνδριος hypochondriac Ανθρωπολογία
υπτιασμός supination Ανθρωπολογία
υπτιαστής supinator Ανθρωπολογία
ύπτιος supine Ανθρωπολογία
υφαντής υφαντουργός weaver Ανθρωπολογία
υψικρανία Ανθρωπολογία
ύψιστος paramount Ανθρωπολογία
υψόμετρο altitude Ανθρωπολογία
φαινοτυπικός phenotypic Ανθρωπολογία
φαινότυπος phenotype Ανθρωπολογία
φάλαγγα phalanx Ανθρωπολογία
φάρυγγας pharynx Ανθρωπολογία
φασόλι bean Ανθρωπολογία
φατνίο alveolus Ανθρωπολογία
φαύλος vicious Ανθρωπολογία
φθινόπωρο autumn Ανθρωπολογία
φθορά attrition abrasion Ανθρωπολογία
φθοριοαπατίτης fluorapatite Ανθρωπολογία
φλέβα vein Ανθρωπολογία
φορέας vector Ανθρωπολογία
φράγμα barrier Ανθρωπολογία
φυλή race Ανθρωπολογία
φύλο sex Ανθρωπολογία
φυμάτιο cusp tubercle 3611
φυματίωση tuberculosis Ανθρωπολογία
φύση nature Ανθρωπολογία
Φυσικο-ανθρωπολόγος Physical Anthropologist Ανθρωπολογία
φυσικός natural Ανθρωπολογία
φυσιολογικός physiological Ανθρωπολογία
φώνηση vocalization Ανθρωπολογία
χαμαίκρανος chamecranic Ανθρωπολογία
χαρακτήρας character Ανθρωπολογία
χαρακτηριστικό γνώρισμα trait feature Ανθρωπολογία
χάρτης map Ανθρωπολογία
χειμώνας winter Ανθρωπολογία
χειρισμός management manipulation Ανθρωπολογία
χειρωνακτικός manual Ανθρωπολογία
χλωρίδα flora Ανθρωπολογία
χολόλιθος chololith Ανθρωπολογία
χόνδρινος cartilaginous Ανθρωπολογία
χονδρογένεση chondrogenesis Ανθρωπολογία
χόνδρος cartilage Ανθρωπολογία
χορευτής dancer Ανθρωπολογία
χόριο hypodermis chorion Ανθρωπολογία
χορτοφάγος vegetarian Ανθρωπολογία
χρονολογία date Ανθρωπολογία
χρωστικές χρώματα pigments Ανθρωπολογία
χυμικός humoral Ανθρωπολογία
χωρητικότητα capacity Ανθρωπολογία
ψηλός tall Ανθρωπολογία
ψοϊτης psoas Ανθρωπολογία
ψυχρός frigid Ανθρωπολογία
ωλέκρανο olecranon Ανθρωπολογία
ωλένη ulna Ανθρωπολογία
ωλενικός ulnar Ανθρωπολογία
ωμοπλάτη scapula Ανθρωπολογία
ώμος shoulder Ανθρωπολογία
ωογένεση oogenesis Ανθρωπολογία
ωοειδής ovoid Ανθρωπολογία
ωοθήκη ovary Ανθρωπολογία
ωρίμανση maturation Ανθρωπολογία
ωρινάκιος aurignacian Ανθρωπολογία
ωτιαίος otic auditory Ανθρωπολογία
αβεβαιότητα uncertainty Οικονομία
αγαθά goods Οικονομία
αγαθό good Οικονομία
αγορά market Οικονομία
αγοραστής buyer Οικονομία
αγροτουρισμός agro-tourism Οικονομία
άθροισμα sum Οικονομία
ακαθάριστο gross Οικονομία
αλλαγών changes Οικονομία
αμερόληπτος unbiased
αμεροληψία impartiality lack of bias Οικονομία
αμοιβή μισθός salary wage Οικονομία
ανάθεση entrusting Οικονομία
ανάκαμψη recovery Οικονομία
ανακατανομή αναδιανομή redistribution Οικονομία
αναλογία ratio Οικονομία
αναλογίες proportions Οικονομία
ανάλυση analysis Οικονομία
αναπλήρωση replacement Οικονομία
αναποτελεσματικότητα inefficiency Οικονομία
αναπροσανατολισμός re-orientation Οικονομία
αναπροσαρμογή adjustment Οικονομία
ανάπτυξη development growth Οικονομία
ανατίμηση revaluation Οικονομία
αναψυχή entertainment Οικονομία
ανεργία unemployment Οικονομία
άνεργος unemployed Οικονομία
ανηγμένη λυμένη reduced statistical form of the system Οικονομία
ανθρακωρυχεία mines Οικονομία
ανταγωνισμός competition Οικονομία
ανταγωνιστικότητα competitiveness Οικονομία
ανταλλάξιμος tradable Οικονομία
αντικατάσταση replacement Οικονομία
αντιπραγματισμός εμπράγματη ανταλλαγή barter trade Οικονομία
αντιστάθμιση counter trade offsetting Οικονομία
αντιστάθμισμα compensation Οικονομία
αντίφαση contradiction Οικονομία
αντιφατικότητα contradictory Οικονομία
αξία value Οικονομία
απασχόληση employment Οικονομία
αποβιομηχανοποίηση deindustrialization Οικονομία
απογραφή census Οικονομία
απόδοση return Οικονομία
αποδοτικότητα capacity Οικονομία
αποζημίωση compensation Οικονομία
αποικιοκρατικός colonialist colonial Οικονομία
αποπληθωριστής deflator Οικονομία
απορύθμιση αποικοδόμηση αποικοδόμηση των κρατικών ρυθμίσεων" 16
απόσβεση depreciation Οικονομία
από-συγκέντρωση διασπορά de-concentration spreading Οικονομία
αποταμίευση saving Οικονομία
αποτέλεσμα result Οικονομία
αποτελεσματικότητα efficiency Οικονομία
αριθμοδείκτης number index index number Οικονομία
ασφάλεια security Οικονομία
ασφάλειες insurance Οικονομία
ατομικισμός individualism Οικονομία
αυτοαπασχόληση αυταπασχόληση self-employment Οικονομία
αυτοαπασχολούμενος self-employed Οικονομία
αυτοσυνδιακύμανση auto-covariance Οικονομία
αυτοσυσχέτιση autocorrelation serial correlation Οικονομία
βήμα τόπος δημόσιας συζήτησης forum Οικονομία
βιομηχανία industry Οικονομία
βιοτεχνία manufacturing Οικονομία
βιωσιμότητα viability Οικονομία
γεωργία agriculture Οικονομία
γραμμικός linear Οικονομία
γραμμικότητα linearity Οικονομία
δάνειο loan Οικονομία
δεδομένα data Οικονομία
δείκτης index Οικονομία
δημογραφικός demographic Οικονομία
δημοσιονομία public finance Οικονομία
διαιρούμαι divide Οικονομία
διακύμανση fluctuation variance Οικονομία
διαρθρωτικός structural Οικονομία
διάστημα period Οικονομία
διαφήμιση advertisement Οικονομία
διαφθορά corruption Οικονομία
διαφοροποίηση differentiation Οικονομία
διάχυση diffusion Οικονομία
διεθνικός transnational Οικονομία
διεθνοποίηση internationalization Οικονομία
διείσδυση penetration Οικονομία
διεκδικήσιμος contestable Οικονομία
διπολικότητα dipolarity Οικονομία
εγγενής inherent Οικονομία
εγχώριος domestic Οικονομία
εθνικοποίηση nationalization Οικονομία
εισαγωγέας importer Οικονομία
εισαγωγές imports Οικονομία
εισοδηματικός income Οικονομία
εισροή συντελεστής input inflow Οικονομία
εκβιομηχάνιση industrialization Οικονομία
εκπαίδευση μόρφωση education Οικονομία
εκροή output outflow Οικονομία
εκσυγχρονισμός modernisation modernization Οικονομία
εκτίμηση estimation Οικονομία
εκτίμηση measure Οικονομία
εκτιμητής estimator Οικονομία
εκχώρηση concession Οικονομία
ελαστικότητα elasticity Οικονομία
έλλειμμα deficit Οικονομία
εμπορευματισμός mercantilism Οικονομία
εμπορία marketing Οικονομία
εμπόριο trade Οικονομία
εναρμόνιση harmonization Οικονομία
ενδο-περιφερειακώς inter-regional Οικονομία
ενδύματα clothes Οικονομία
ένδυση clothing Οικονομία
ενεργητικό assets Οικονομία
ενεργοβόρος power hungry Οικονομία
ενοίκιο rent Οικονομία
ενσωμάτωση integration incorporation Οικονομία
ένταξη adhesion Οικονομία
εξαγορά take over Οικονομία
εξαγωγές exports Οικονομία
εξειδίκευση specialisation Οικονομία
έξοδα expenditures Οικονομία
εξοπλισμός equipment Οικονομία
εξορθολογισμός rationalization Οικονομία
εξυγίανση sanitation Οικονομία
εξωτερίκευση externalization Οικονομία
επάγγελμα job profession Οικονομία
επαγγελματικός job Οικονομία
επαναδιαπραγμάτευση renegotiation Οικονομία
επανακοστολόγηση re-costing Οικονομία
επανασχεδιασμός re-engineering Οικονομία
επανεκτίμηση re-estimation Οικονομία
επανίδρυση re-establishment Οικονομία
επένδυση investment Οικονομία
επενδύω invest Οικονομία
επίβλεψη supervision Οικονομία
επιδότηση επίδομα subsidy Οικονομία
επικεντρώνω concentrate Οικονομία
επικοινωνία communication Οικονομία
επιταχυντής accelerator Οικονομία
Επιτροπή Committee Οικονομία
επιχειρηματίας entrepreneur Οικονομία
επιχείρηση enterprise business Οικονομία
εργαζόμενος employee Οικονομία
εργασία labour Οικονομία
εργατώρες man-hours Οικονομία
εργοδότης employer Οικονομία
εργοστάσιο factory Οικονομία
ερμηνεία interpretation Οικονομία
έσοδο revenue Οικονομία
εσωτερίκευση internalization Οικονομία
ετεροσκεδαστικότητα heteroskedasticity Οικονομία
ευημερία welfare Οικονομία
ευκαιρία opportunity Οικονομία
ευρεσιτεχνία patent Οικονομία
εφαρμογή implementation Οικονομία
ζημιογόνος lose producing Οικονομία
ζήτηση demand Οικονομία
ηλικία age Οικονομία
θεσμός institution Οικονομία
ιδιωτικοποίηση privatization Οικονομία
ιδιωτικός private Οικονομία
ίδρυμα institute Οικονομία
ιεραρχία hierarchy Οικονομία
ικανοποιητικός sufficient Οικονομία
ισολογισμός budget-sheet Οικονομία
ισορροπημένος weighted Οικονομία
ισορροπία equilibrium Οικονομία
καθαρός net Οικονομία
καθετοποίηση vertical integration Οικονομία
καινοτομία innovation Οικονομία
καπνοβιομηχανία tobacco Οικονομία
κατάλοιπο residual Οικονομία
κατανάλωση consumption Οικονομία
καταναλωτής consumer Οικονομία
κατανομή distribution Οικονομία
κέρδος profit Οικονομία
κερδοφόρα profitability Οικονομία
κεφαλαιαγορά stock market Οικονομία
κεφάλαιο capital Οικονομία
κεφαλαιοποίηση capitalization Οικονομία
κινητικότητα mobility Οικονομία
κοιλότητα concavity Οικονομία
κοινωνία society Οικονομία
κορεσμός saturation Οικονομία
κόστος cost Οικονομία
κράτος state Οικονομία
κρίση crisis Οικονομία
κυβερνητικός κρατικός governmental Οικονομία
κυρώσεις sanctions Οικονομία
λειτουργικότητα functionality Οικονομία
λιπαντικό lubricant Οικονομία
λογιστικός accounting Οικονομία
μακρομέγεθος aggregate variable Οικονομία
μακροοικονομικός macroeconomics Οικονομία
μακροπρόθεσμος long-term Οικονομία
μεγέθυνση enlargement Οικονομία
μεγιστοποίηση maximization Οικονομία
μέθοδος methodology Οικονομία
μερίδιο share Οικονομία
μέρισμα dividend Οικονομία
μεροληψία biased Οικονομία
μέσον means Οικονομία
μεσοπρόθεσμα medium-term Οικονομία
μεταβλητή variable Οικονομία
μεταβολή change Οικονομία
μετάδοση transmission Οικονομία
μετανάστευση immigration migration Οικονομία
μεταφορά transportation Οικονομία
μέτρηση measurement Οικονομία
μέτρο measure Οικονομία
μη-ισοσταθμισμένος non-weights Οικονομία
μικρό-αγορά micro-market Οικονομία
μικροοικονομικός microeconomics Οικονομία
μνημόνιο memorandum Οικονομία
μονοπώλιο monopoly Οικονομία
μοντέλο model Οικονομία
νεομερκαντιλισμός neomercantilism Οικονομία
νεωτερισμός innovation Οικονομία
νοικοκυριό household Οικονομία
νομιμοποίηση legalization Οικονομία
νόμισμα currency Οικονομία
ξαναπαρουσιάζω represent Οικονομία
οικονομετρία econometrics Οικονομία
οικονομία economy Οικονομία
οικονομολόγος economist Οικονομία
ολιγοπώλιο oligopoly Οικονομία
ομόλογο bank bond bond Οικονομία
οργανισμός organization Οικονομία
οργάνωση organisation Οικονομία
ορυχεία mining Οικονομία
ορυχεία-λατομεία mining and quarrying Οικονομία
παγκοσμιοποίηση globalization Οικονομία
παθητικό liability Οικονομία
παραγγελιοδότης donneur d΄ ordres Οικονομία
παραγοντοποίηση factorization Οικονομία
παραγωγή production Οικονομία
παραγωγικότητα productivity Οικονομία
παραγωγός producer Οικονομία
παραδοχή assumption Οικονομία
παράμετρος parameter Οικονομία
παράρτημα appendix Οικονομία
παρέμβαση intervention Οικονομία
περιοδοποίηση periodicity Οικονομία
περιορισμός restriction Οικονομία
πετρέλαιο petroleum Οικονομία
πίνακας μήτρα matrix Οικονομία
πίνακας table Οικονομία
πλεόνασμα surplus Οικονομία
πληθυσμός population Οικονομία
πληθωρισμός inflation Οικονομία
πληρωμή εξόφληση payment settlement Οικονομία
ποιότητα quality Οικονομία
πολλαπλασιαστής multiplier Οικονομία
πολυμερής multilateral Οικονομία
πολύ-μεταβλητή multi variable Οικονομία
πολυσυγγραμμικότητα multicollinearity Οικονομία
πολυψευδομεταβλητές multidummies Οικονομία
πόρος resource Οικονομία
ποσοστό percentage Οικονομία
ποσόστωση quota Οικονομία
ποσότητα quantity Οικονομία
ποσοτικοποιήσιμος quantifiable Οικονομία
πρόβλεψη forecasting Οικονομία
προγραμματισμός programming Οικονομία
προϊόν product Οικονομία
προκαταβολή advance Οικονομία
προμηθευτής supplier Οικονομία
προσαρμογή adjustment Οικονομία
προσαρμόζω adjust Οικονομία
προσδιορισμός determination Οικονομία
προσέγγιση approximation Οικονομία
προσελκυστικότητα attractivity Οικονομία
πρόσοδος rent Οικονομία
προσομοίωση simulation Οικονομία
προσόν qualification Οικονομία
προστατευτισμός protectionism Οικονομία
προσφορά offer Οικονομία
προσφορά supply Οικονομία
προϋπόθεση assumption Οικονομία
προϋπολογισμός budget Οικονομία
πτώχευση bankruptcy Οικονομία
πωλήσεις sales Οικονομία
πωλητής seller Οικονομία
ρύθμιση regulation Οικονομία
σκοπός objective Οικονομία
σταθερός constant Οικονομία
σταθμά weights Οικονομία
στασιμοπληθωρισμός stagflation Οικονομία
στασιμότητα stagnation Οικονομία
στεγανότητα impermeability Οικονομία
στόχος target goal Οικονομία
συγκέντρωση concentration build up Οικονομία
σύγκλιση convergence Οικονομία
συγκρίνω compare Οικονομία
συγκυρία coincidence Οικονομία
συγχώνευση merger Οικονομία
συλλογικός collective Οικονομία
συμβατότητα compatibility Οικονομία
συμμετρικός symmetric Οικονομία
συμπέρασμα conclusion Οικονομία
συναίνεση consensus Οικονομία
συναλλαγή exchange Οικονομία
συναρμοδιότητα co - competence Οικονομία
συνδιακύμανση covariance Οικονομία
συνδρομητής subscriber Οικονομία
συνεισφορά συμβολή contribution Οικονομία
συν-εργολαβία co-contracting Οικονομία
σύνθεση synthesis Οικονομία
συνθήκη condition Οικονομία
συνολοκλήρωση co-integration Οικονομία
συσσώρευση accumulation Οικονομία
συστατικό component Οικονομία
συσχέτιση correlation Οικονομία
σχεδιασμός planning Οικονομία
ταξινόμηση classification Οικονομία
τάση trend Οικονομία
ταυτοποίηση identification Οικονομία
ταυτότητα identity Οικονομία
τεχνογνωσία know-how know how Οικονομία
τεχνολογία technology Οικονομία
τηλεπικοινωνίες telecommunications Οικονομία
τιμή price Οικονομία
τόκος επιτόκιο interest rate interest Οικονομία
τομεακός sectoral Οικονομία
τομέας sector Οικονομία
τουρισμός tourism Οικονομία
τράπεζα bank Οικονομία
τραπεζογραμμάτιο bank note Οικονομία
τροποποίηση amendment Οικονομία
ΤΤΔΕ SITC Οικονομία
τυποποιημένος standardized Οικονομία
υγεία health Οικονομία
υπανάπτυξη underdevelopment Οικονομία
υπεργολαβία subcontracting subcontract Οικονομία
υπεργολάβος subcontractor Οικονομία
υπερεκτίμηση overestimation Οικονομία
υπερ-επένδυση over-investment Οικονομία
υπερκαταναλωτισμός excess consumption Οικονομία
υπερτιμολόγηση invoice with overvaluation Οικονομία
υπηρεσία service Οικονομία
υποαπασχόληση underemployment Οικονομία
υποβάθμιση degradation Οικονομία
υποδήματα shoes Οικονομία
υποδομή infrastructure Οικονομία
υποεκτίμηση underestimation Οικονομία
υπο-επένδυση under-investment Οικονομία
υπόθεση hypothesis Οικονομία
υποκατάστατο substitute Οικονομία
υπολογίζω estimate Οικονομία
υποπερίοδος sub-period sub period Οικονομία
υποσύνολο subtotal Οικονομία
υποτίμηση devaluation depreciation Οικονομία
υπουργείο ministry Οικονομία
υφαντουργία textiles Οικονομία
ύφεση recession Οικονομία
φοροαπαλλαγή tax exemption Οικονομία
φορολογία taxation Οικονομία
φορολογούμενος tax payer Οικονομία
φόρος τέλος tax tariff Οικονομία
φύλο sex Οικονομία
χαλάρωση relaxation Οικονομία
χειροτέρευση deterioration Οικονομία
χι-τετράγωνο chi-square Οικονομία
χονδρεμπόριο whole sail Οικονομία
χρεοκοπημένος bankrupt Οικονομία
χρήμα money Οικονομία
χρηματαγορά financial market money market Οικονομία
χρηματοδότηση financing Οικονομία
χρηματοοικονομικός financial Οικονομία
χωροταξία land planning Οικονομία
ψευδομεταβλητές dummy variables Οικονομία
αγκυροβόληση anchorage Δίκαιο
αγοραστής purchaser Δίκαιο
αγωγή action lawsuit Δίκαιο
άδεια licence permit Δίκαιο
αδημοσίευτος not yet published not published Δίκαιο
αδιακρίτως without discrimination without distinction Δίκαιο
αδίκημα crime Δίκαιο
αδικοπραξία tort Δίκαιο
αζημίως without compensation Δίκαιο
αίρεση condition proviso Δίκαιο
αίτημα request Δίκαιο
αίτηση application Δίκαιο
αιτία cause Δίκαιο
αιτιάσεις reproaches accusations Δίκαιο
αιτιολογία reasoning grounds Δίκαιο
αιτών applicant Δίκαιο
ακίνητα real estate Δίκαιο
ακρόαση συνάντηση hearing Δίκαιο
άκυρος null and void Δίκαιο
ακυρότητα voidness nullity Δίκαιο
αλληλασφάλιση mutual insurance Δίκαιο
αλλοδαπός non-national foreigner Δίκαιο
αλλοτριώνω to alienate Δίκαιο
αλυσιτελής useless Δίκαιο
αμέλεια negligence Δίκαιο
άμεσος direct Δίκαιο
αμοιβή remuneration Δίκαιο
άμυνα defense Δίκαιο
αναγγελία declaration notification Δίκαιο
αναγκαίος απαραίτητος necessary Δίκαιο
αναγνωρίζω to recognize Δίκαιο
αναδρομικά retroactively retrospectively Δίκαιο
αναθέτω to assign Δίκαιο
αναθεώρηση revision review Δίκαιο
αναθεωρώ to revise to reform Δίκαιο
αναιρεσείουσα appellant Δίκαιο
αναιρώ to revoke Δίκαιο
αναιτιολόγητος not reasoned unmotivated Δίκαιο
αναιτιολογήτως without justification Δίκαιο
ανάκληση revocation Δίκαιο
ανακοίνωση communication Δίκαιο
ανακοπή opposition caveat Δίκαιο
ανάληψη taking-up Δίκαιο
αναλογικότητα proportionality Δίκαιο
ανάλογος proportionate proportional Δίκαιο
ανάλυση analysis Δίκαιο
ανανέωση renewal Δίκαιο
αναξιοπλοΐα unseaworthiness Δίκαιο
αναξιόχρεως insolvent Δίκαιο
αναπαραγωγή reproduction Δίκαιο
αναπληρωματικό supplementary Δίκαιο
ανάπτυξη development Δίκαιο
αναρμοδιότητα lack of competence Δίκαιο
ανενεργός non valid Δίκαιο
ανεπιφύλακτα without reservation Δίκαιο
ανεπιφύλακτη unconditional Δίκαιο
ανεύθυνο discharge of liability Δίκαιο
ανταγωνισμός competition Δίκαιο
ανταγωνιστής competitor Δίκαιο
ανταλλαγή exchange Δίκαιο
αντάλλαγμα exchange Δίκαιο
ανταλλακτικά spare parts replacement parts Δίκαιο
ανταπόδειξη counter-proof Δίκαιο
αντασφάλιση reinsurance Δίκαιο
αντασφαλιστής reinsurer Δίκαιο
αντιβαίνω to be contrary Δίκαιο
αντιγραφέας imitator copyist Δίκαιο
αντιγραφή reproduction imitation Δίκαιο
αντικαθιστώμαι to be replaced Δίκαιο
αντικειμενικοποίηση an objective character is gradually conferred Δίκαιο
αντίκλητος attorney Δίκαιο
αντιπροσωπευόμενος principal Δίκαιο
αντιπρόσωπος representative agent Δίκαιο
αντιστάθμισμα compensation counter-balance Δίκαιο
αντιστοιχία correspondence Δίκαιο
αντίστοιχος corresponding comparable Δίκαιο
αντισυμβαλλόμενος counter contracting party Δίκαιο
αντισυνταγματικό unconstitutional Δίκαιο
αντισυνταγματικός contrary to the Constitution Δίκαιο
αντισυνταγματικότητα unconstitutionality Δίκαιο
ανυπαίτιος without fault without culpability Δίκαιο
αξιολόγηση evaluation Δίκαιο
αξιοπιστία credibility Δίκαιο
αξίωμα axiom postulate Δίκαιο
αξιώνω to claim Δίκαιο
αξίωση demand claim Δίκαιο
αόριστος vague Δίκαιο
απαγορεύεται it is prohibited it is forbidden Δίκαιο
απαγόρευση prohibition Δίκαιο
απαγορεύω to prohibit Δίκαιο
απαίτηση claim Δίκαιο
απαλλάσσω to exempt Δίκαιο
απαλλοτρίωση alienation expropriation Δίκαιο
απαράδεκτη inadmissible Δίκαιο
απασχόληση occupation employment Δίκαιο
απέλαση deportation Δίκαιο
αποδεικνύω to prove to demonstrate Δίκαιο
απόδειξη αποδεικτικό υλικό evidence proof Δίκαιο
απόδημος immigrant Δίκαιο
αποζημίωση compensation indemnity Δίκαιο
αποθεματικά reserves Δίκαιο
αποθήκευση storing storage Δίκαιο
αποκεντρωμένος decentralised Δίκαιο
αποκέντρωση decentralisation Δίκαιο
αποκλειστικά exclusively Δίκαιο
απομίμηση counterfeiting Δίκαιο
απονέμω to grant to award Δίκαιο
απορρέω to result Δίκαιο
απορρίπτω to reject to dismiss Δίκαιο
απορρύθμιση deregulation Δίκαιο
αποστολή mission Δίκαιο
απόφαση παράγωγο δίκαιο της Κοινότητας" 12
απόφοιτος graduate Δίκαιο
άποψη view Δίκαιο
απώλεια loss Δίκαιο
άρθρο article Δίκαιο
αρμόδιος competent Δίκαιο
αρμοδιότητα jurisdiction competence Δίκαιο
αρμοδιότητες competences Δίκαιο
αρραβώνας earnest Δίκαιο
αρχές authorities Δίκαιο
αρχή principle Δίκαιο
άσκηση pursuit Δίκαιο
ασκώ to pursue Δίκαιο
ασφάλισμα insurance amount insurance sum Δίκαιο
ασφαλισμένος ασφαλισθείς insured person Δίκαιο
ασφαλιστήριο insurance contract Δίκαιο
ασφαλιστής insurer Δίκαιο
ασφάλιστρο premium Δίκαιο
ατομικότητα distinctiveness Δίκαιο
άτυπα informally Δίκαιο
ατύχημα accident Δίκαιο
αυθαίρετα in an arbitrary way Δίκαιο
αυτεπαγγέλτως ex officio Δίκαιο
αυτοαπασχόληση self-employment Δίκαιο
αυτοδικαίως ipso jure by right Δίκαιο
αυτοδιοίκηση self-administration self-government Δίκαιο
αυτοδιοικούμενο self-governing Δίκαιο
αυτόνομα autonomously independently Δίκαιο
αυτονομία autonomy Δίκαιο
βάσει by virtue of on the basis of Δίκαιο
βελτίωση improvement Δίκαιο
βιβλιογραφία bibliography Δίκαιο
βλάβη damage Δίκαιο
Βουλή Parliament Δίκαιο
γνωμοδότηση legal opinion opinion Δίκαιο
γνωστοποίηση notification Δίκαιο
γυμνάσιο lower secondary school Δίκαιο
δανειστής creditor Δίκαιο
δαπανηρή expensive costly Δίκαιο
δασμός customs duty customs tariff Δίκαιο
δεδικασμένο res judicata Δίκαιο
δελτίο bulletin Δίκαιο
δεοντολογία professional ethics professional rules Δίκαιο
δεσμεύομαι to be bound to be committed Δίκαιο
δεσμευτικός binding mandatory Δίκαιο
δεσμεύω to bind Δίκαιο
δήμευση confiscation forfeiture Δίκαιο
δημιουργός creator Δίκαιο
δημοκρατικός democratic Δίκαιο
δημοπρασία auction Δίκαιο
δημοσίευση publication Δίκαιο
Δημόσιο the state Δίκαιο
δημοσιονομικός fiscal budgetary Δίκαιο
δημόσιος public Δίκαιο
δημοσιότητα publicity Δίκαιο
δημοψήφισμα referendum Δίκαιο
διαδήλωση manifestation demonstration Δίκαιο
διαδικασία procedure Δίκαιο
διαδικαστικός procedural Δίκαιο
διάδικος διάδικο μέρος party litigant Δίκαιο
διαδοχή succession Δίκαιο
διάδοχος successor Δίκαιο
διαζύγιο divorce Δίκαιο
διαθήκη will testament Δίκαιο
διαιτησία arbitration Δίκαιο
διακήρυξη declaration Δίκαιο
διακίνηση movement Δίκαιο
διάκριση discrimination distinction Δίκαιο
διακυβερνητισμός intergovernmentalism Δίκαιο
διαλειτουργικότητα interoperability Δίκαιο
διαμεσολάβηση mediation Δίκαιο
διανομέας distributor dealer Δίκαιο
διανομή distribution Δίκαιο
διαπραγμάτευση negotiation Δίκαιο
διάσταση dimension parameter Δίκαιο
διασφαλίζω to guarantee to safeguard Δίκαιο
διασχηματισμός configuration Δίκαιο
διάταγμα decree Δίκαιο
διάταξη provision Δίκαιο
διατύπωση formulation Δίκαιο
διαφήμιση advertising advertisement Δίκαιο
διαχειριστής manager administrator Δίκαιο
διδάκτορας Doctor of Philosophy Δίκαιο
δίδακτρα school fees tuition fees Δίκαιο
διδασκαλία teaching instruction Δίκαιο
διδάσκων εκπαιδευτικός teacher instructor Δίκαιο
διεθνής international Δίκαιο
διέπω to rule to govern Δίκαιο
διεύρυνση enlargement extension Δίκαιο
δίκαιο law Δίκαιο
δικαιοδοσία jurisdiction Δίκαιο
δικαιοδόχος assignee of a right Δίκαιο
δικαιοπραξία juridical act Δίκαιο
δικαιούμαι to be entitled to to have the right to Δίκαιο
δικαιούχος owner Δίκαιο
δικαίωμα right Δίκαιο
δικάσιμος day of trial day of hearing Δίκαιο
δικαστήριο court tribunal Δίκαιο
δικαστής judge Δίκαιο
δίκη trial hearing Δίκαιο
δικηγόρος lawyer barrister Δίκαιο
δίκτυο network Δίκαιο
διοίκηση administration management Δίκαιο
διορίζω to appoint to assign Δίκαιο
διορισμός appointment Δίκαιο
δίωξη prosecution Δίκαιο
δόλος wilful misconduct guile Δίκαιο
δομή structure Δίκαιο
δράση action Δίκαιο
δυναμική dynamics Δίκαιο
δυσανάλογος disproportionate out of proportion Δίκαιο
δωρίζω to donate Δίκαιο
εγγεγραμμένος registered Δίκαιο
εγγραφή inscription registration Δίκαιο
έγγραφο document Δίκαιο
εγγύηση guarantee warranty Δίκαιο
εγκατάλειψη abandonment Δίκαιο
εγκατάσταση establishment Δίκαιο
έγκριση approval Δίκαιο
έγκυρος valid Δίκαιο
εδάφιο sentence section Δίκαιο
έδρα seat Δίκαιο
εδρεύω to have one’s seat Δίκαιο
εθνικός national Δίκαιο
έθνος nation Δίκαιο
Ειρηνοδικείο Justice of the Peace magistrate's court Δίκαιο
εισαγωγή import Δίκαιο
εκδίδω to issue to publish Δίκαιο
εκδικάζω to judge to try Δίκαιο
εκδίκαση hearing Δίκαιο
εκδοχεύς assignee grantee Δίκαιο
έκθεση report Δίκαιο
εκκαθαριστής liquidator Δίκαιο
εκκαλών appellant Δίκαιο
εκκρεμοδικία pendency of a lawsuit lis pendens Δίκαιο
εκναυλωτής owner of a ship disponent owner of a ship Δίκαιο
εκπαίδευση education Δίκαιο
εκπληρώνω to accomplish to fulfil Δίκαιο
εκποίηση sale Δίκαιο
εκποιών seller Δίκαιο
εκπρόθεσμα after the expiry of the deadline Δίκαιο
εκπρόσωπος representative delegate Δίκαιο
εκπροσωπώ to represent Δίκαιο
εκπροσωπών representing Δίκαιο
έκρηξη explosion Δίκαιο
εκφόρτωση discharge unloading Δίκαιο
έλεγχος control inspection Δίκαιο
ελέγχω to control to supervise Δίκαιο
ελευθερία freedom Δίκαιο
εμβέλεια range Δίκαιο
έμμεσος indirect Δίκαιο
εμπίπτω to fall under Δίκαιο
εμπόδιο obstacle hindrance Δίκαιο
εμπόρευμα good merchandise Δίκαιο
εμπορία marketing trade Δίκαιο
εμπόριο trade Δίκαιο
έμπορος trader tradesman Δίκαιο
εμφύλιος civil commotion civil war Δίκαιο
ενάγομαι to be sued Δίκαιο
εναγόμενος defendant Δίκαιο
ενάγων plaintiff applicant Δίκαιο
εναρμονίζω to harmonize Δίκαιο
εναρμόνιση harmonisation harmonization Δίκαιο
ενδεικτικός indicative Δίκαιο
ενδομεταφορά cabotage intracommunity transport Δίκαιο
ενδοσυμβατικός contractual Δίκαιο
ενεργητικό asset Δίκαιο
ενίσχυση reinforcement encouragement Δίκαιο
έννοια notion Δίκαιο
ενοποίηση integration unification Δίκαιο
ένσταση objection plea Δίκαιο
ενσωματώνω to embody Δίκαιο
ένταξη accession entry Δίκαιο
εντόκως with interest Δίκαιο
εντολέας mandator principal Δίκαιο
εντολοδόχος mandatory assignee Δίκαιο
ενώπιον before Δίκαιο
εξαγγελία proclamation declaration Δίκαιο
εξαγγέλλω to pronounce Δίκαιο
εξαγωγή export Δίκαιο
εξαίρεση exception derogation Δίκαιο
εξέλιξη development Δίκαιο
εξέταση examination Δίκαιο
εξουσία power Δίκαιο
εξουσιοδότηση authorization authorisation Δίκαιο
εξώδικος extrajudicial Δίκαιο
εξωσυμβατική extra-contractual Δίκαιο
επάγγελμα profession Δίκαιο
επανακοινοποιούμαι to be renotified Δίκαιο
επανένταξη reintegration Δίκαιο
επεκτείνω to extend Δίκαιο
επενδύω to invest Δίκαιο
επετηρίδα yearbook calendar Δίκαιο
επιβάλλω to impose Δίκαιο
επιβάρυνση charge Δίκαιο
επιβολή imposition infliction Δίκαιο
επίδικος contested litigious Δίκαιο
επίδοση service serving Δίκαιο
επιδότηση aid grant Δίκαιο
επίδραση influence Δίκαιο
επικαλούμαι to invoke Δίκαιο
επικουρικότητα subsidiarity Δίκαιο
επικουρικώς in an auxiliary way in an ancillary way Δίκαιο
επικράτεια territory Δίκαιο
επικυρώνομαι to be confirmed to be upheld 12
επιμέλεια custody Δίκαιο
επιμελητήριο chamber Δίκαιο
επίπτωση repercussion Δίκαιο
επιστήμη science Δίκαιο
επιστημονικός scientific Δίκαιο
επιταγή order Δίκαιο
επιτάσσομαι to be ordered to Δίκαιο
επίτευξη achievement Δίκαιο
επιτόκιο interest rate Δίκαιο
επιτροπεία guardianship Δίκαιο
επιτροπή commission committee Δίκαιο
Επιτροπή Commission Δίκαιο
Επίτροπος Commissioner Δίκαιο
επιφύλαξη reservation Δίκαιο
επιχείρημα argument Δίκαιο
επιχειρηματολογία argumentation Δίκαιο
επιχείρηση undertaking Δίκαιο
επιχορήγηση financing Δίκαιο
εποπτεία supervision surveillance Δίκαιο
επωνυμία trade name Δίκαιο
εργαζόμενος worker Δίκαιο
έρευνα research Δίκαιο
ερμηνεύω to interpret Δίκαιο
εταιρεία εταιρία company firm Δίκαιο
εταίρος partner Δίκαιο
ευθύνη liability Δίκαιο
εύλογος reasonable Δίκαιο
ευρωπροϊόν Europroduct Δίκαιο
εφαρμογή υλοποίηση implementation enforcement Δίκαιο
εφαρμόζω to implement to enforce Δίκαιο
έφεση appeal Δίκαιο
Εφετείο Court of Appeal Δίκαιο
Εφέτης Court of Appeal Judge Δίκαιο
εφεύρεση invention Δίκαιο
εφοπλιστής «operator of the ship» «disponent owner» Δίκαιο
εχθροπραξία hostility act of warfare Δίκαιο
ζημία damage loss Δίκαιο
ηγέτης leader Δίκαιο
ημεδαπός national of this member state Δίκαιο
θεμιτό legitimate permissible Δίκαιο
θερμαστής fireman stoker Δίκαιο
θεσμοποιημένος institutionalised Δίκαιο
θεσμός institution Δίκαιο
θεσπίζω to enact to legislate Δίκαιο
θέσπιση adoption enactment Δίκαιο
θετικισμός positivism Δίκαιο
θεωρία doctrine theory Δίκαιο
ιδιοκτησία κυριότητα property ownership Δίκαιο
ιδιώτης άτομο individual Δίκαιο
ίδρυση establishment Δίκαιο
ιδρυτής founder promoter Δίκαιο
ιθαγένεια nationality citizenship Δίκαιο
ινστιτούτο institute Δίκαιο
ισότητα equality Δίκαιο
ισοτιμία equivalence Δίκαιο
ισότιμος equivalent Δίκαιο
ισχυρισμός argument allegation Δίκαιο
ισχύς force Δίκαιο
ισχύω τίθεται σε ισχύ to be valid to be in force Δίκαιο
καθεστώς regime Δίκαιο
καινοτομία novelty innovation Δίκαιο
κανόνας rule Δίκαιο
κανονισμός regulation Δίκαιο
κατ’εξαίρεση by way of exception Δίκαιο
κατά versus Δίκαιο
καταγγελία complaint denunciation Δίκαιο
καταγγέλλω to complain to denounce Δίκαιο
καταδικάζομαι to be condemned Δίκαιο
καταδίκη condemnation conviction Δίκαιο
κατάθεση deposit Δίκαιο
κατακύρωση knocking down Δίκαιο
καταλογίζω to impute to attribute Δίκαιο
καταναλωτής καταναλωτικό κοινό consumer Δίκαιο
κατανομή allocation Δίκαιο
κατάπλους sailing down arrival into a harbour Δίκαιο
κατάργηση abolition annulment Δίκαιο
καταργώ to abolish to annul Δίκαιο
κατάρτιση training Δίκαιο
"κατασκευή "making
καταστατικό statute charter Δίκαιο
κατάσχεση seizure confiscation Δίκαιο
κατάχρηση abuse misuse Δίκαιο
καταχρηστικός abusive Δίκαιο
καταχώριση εγγραφή registration entry Δίκαιο
κατηγορούμενος defendant Δίκαιο
κάτοχος occupant holder Δίκαιο
κατοχυρώνομαι to be guaranteed Δίκαιο
κατοχύρωση safeguard safeguarding Δίκαιο
κείμενο text Δίκαιο
κεφάλαιο chapter Δίκαιο
κινητικότητα mobility Δίκαιο
κληρονομιά inheritance heritage Δίκαιο
κληρονόμος heir Δίκαιο
κλοπή theft Δίκαιο
Κογκρέσο Congress Δίκαιο
Κοινοβούλιο Parliament Δίκαιο
κοινοποιώ notify Δίκαιο
Κοινότητα Community Δίκαιο
κοινοτικοποιείται a community character is gradually conferred Δίκαιο
κοινοτικός community Δίκαιο
κοινότοπος common place Δίκαιο
κομιστής bearer Δίκαιο
κόμμα party Δίκαιο
κράτος state Δίκαιο
κρίνω to judge Δίκαιο
κριτήριο criterion test Δίκαιο
κυβέρνηση government Δίκαιο
κυριαρχία sovereignty Δίκαιο
κύριος owner proprietor Δίκαιο
κυρώνω to ratify Δίκαιο
κύρωση sanction ratification Δίκαιο
Κώδικας Code Δίκαιο
κωδικοποιημένος codified Δίκαιο
κωδικοποίηση codification Δίκαιο
λεηλασία pillage Δίκαιο
λειτουργία functioning operation Δίκαιο
λέκτορας lecturer Δίκαιο
λιανοπωλητής retailer retail merchant Δίκαιο
λύκειο institution of upper secondary education college Δίκαιο
μαθητής pupil Δίκαιο
μακροπρόθεσμος long-term Δίκαιο
μάρτυρας witness Δίκαιο
μειοψηφία minority Δίκαιο
μεσάζων intermediary Δίκαιο
μεσιτεία broker's contract Δίκαιο
μεσίτης broker Δίκαιο
μεσολάβηση mediation Δίκαιο
μέσον means Δίκαιο
μεσοπρόθεσμος medium-term Δίκαιο
μεταβιβάζω to transfer Δίκαιο
μετανάστευση immigration Δίκαιο
μεταποίηση processing manufacturing Δίκαιο
μεταπώληση resale Δίκαιο
μεταρρύθμιση reformation modification Δίκαιο
μεταφορά transposition implementation Δίκαιο
μεταφορέας carrier Δίκαιο
μεταφορές transport Δίκαιο
μετοχή share stock Δίκαιο
μητρώο register record Δίκαιο
μίσθωση lease Δίκαιο
μνηστεία engagement to marry Δίκαιο
μονοπώλιο monopole monopoly Δίκαιο
μορφή form Δίκαιο
ναυάγιο shipwreck Δίκαιο
ναυλομεσίτης freight broker Δίκαιο
ναύλος freight Δίκαιο
ναυλοσύμφωνο charterparty Δίκαιο
ναυλωτής charterer Δίκαιο
ναύτης seaman Δίκαιο
νέο new Δίκαιο
νεολαία youth Δίκαιο
νεοπροστατευτισμός neoprotectionism Δίκαιο
νηοψία inspection of a ship Δίκαιο
νηπιαγωγείο nursery school Δίκαιο
νομαρχία prefecture Δίκαιο
νομέας possessor Δίκαιο
νομικός jurist Δίκαιο
νομιμοποίηση legitimation Δίκαιο
νομιμοποιούμαι to have standing Δίκαιο
νομιμοποιώ to legitimate Δίκαιο
νόμιμος legal Δίκαιο
νομιμότητα legality Δίκαιο
νομιμότοκα with legitimate interest Δίκαιο
νομίμως legally Δίκαιο
νομοθεσία legislation Δίκαιο
νομοθέτης legislator Δίκαιο
νομοθετικός legislative Δίκαιο
νομολογία case-law jurisprudence Δίκαιο
νόμος law Δίκαιο
νόμος-πλαίσιο framework law basic law Δίκαιο
νομοτεχνικά concerning legal technique Δίκαιο
Οδηγία Directive Δίκαιο
οικειοποιούμαι to appropriate Δίκαιο
οικοτροφείο boarding school Δίκαιο
οιονεί as if Δίκαιο
ολοκλήρωση integration completion Δίκαιο
ολομέλεια plenary session Δίκαιο
ομιλοποίηση formation into a group Δίκαιο
ομόδικος joint party Δίκαιο
ομοιομορφία uniformity Δίκαιο
ομόλογος equivalent Δίκαιο
ομοσπονδία federation Δίκαιο
ομοσπονδιακός federal Δίκαιο
ομοταγής equal similar Δίκαιο
ομοφωνία unanimity Δίκαιο
οπισθογράφηση endorsement Δίκαιο
οπισθογράφος endorser Δίκαιο
οργανισμός organization organism Δίκαιο
όργανο organ instrument Δίκαιο
οργάνωση organisation Δίκαιο
ορίζω to state to define Δίκαιο
όριο limit Δίκαιο
οριοθέτηση demarcation Δίκαιο
ορισμός definition Δίκαιο
ουδετερότητα neutrality Δίκαιο
ουσιαστικά substantially Δίκαιο
οφειλέτης debtor Δίκαιο
οφειλή debt Δίκαιο
όχληση reminder summoning Δίκαιο
παθητικό liabilities Δίκαιο
παιδεία education culture Δίκαιο
παράβαση infringement violation Δίκαιο
παραβάτης violator infringer Δίκαιο
παραβιάζω καταστρατηγώ to infringe to breach Δίκαιο
παραβίαση infringement violation Δίκαιο
παραγγελέας mandator commission principal Δίκαιο
παραγγελία mandate commission contract Δίκαιο
παραγγελιοδόχος commission agent Δίκαιο
παράγοντας factor Δίκαιο
παραγραφή prescription Δίκαιο
παράγραφος paragraph Δίκαιο
παραγωγός producer Δίκαιο
παραίτηση renunciation disclaimer Δίκαιο
παρακάμπτω to circumvent Δίκαιο
παρακωλύω παρεμποδίζω to prevent to hinder Δίκαιο
παράλειψη omission failure Δίκαιο
παραλήπτης consignee receiver Δίκαιο
παράνομα illegally unlawfully Δίκαιο
παρανομία unlawfulness breach of law Δίκαιο
παράνομος illegal Δίκαιο
παραπλάνηση misleading Δίκαιο
παραποιών counterfeiter Δίκαιο
παραπομπή reference Δίκαιο
παράρτημα branch Δίκαιο
παρατυπία informality Δίκαιο
παραχαράκτης counterfeiter Δίκαιο
παραχάραξη counterfeiting Δίκαιο
παραχώρηση concession cession Δίκαιο
παρέκκλιση derogation Δίκαιο
παρεμπιπτόντως in an incidental manner Δίκαιο
παρερμηνεία false interpretation Δίκαιο
παροχή grant allowance Δίκαιο
παροχή provision performance Δίκαιο
πειρατεία piracy Δίκαιο
πελάτης client Δίκαιο
περιορισμός limitation restriction Δίκαιο
περιοριστικός limitative Δίκαιο
περιστάσεις συνθήκες circumstances conditions Δίκαιο
περιφερειακός regional Δίκαιο
πιθανολόγηση act of thinking of something as possible estimation of probability Δίκαιο
πιστοποίηση certification Δίκαιο
πιστοποιητικό certificate Δίκαιο
πίστωση credit Δίκαιο
πλαίσια limits Δίκαιο
πλαίσιο framework Δίκαιο
πλαστογράφος forger counterfeiter Δίκαιο
πλειοδότης bidder Δίκαιο
πλειοψηφία majority Δίκαιο
πλεύση navigation sailing Δίκαιο
πληθωρισμός inflation Δίκαιο
πλήρωμα crew Δίκαιο
πλοηγός pilot Δίκαιο
πλοίαρχος master of the ship Δίκαιο
πλοίο ship Δίκαιο
πλοιοκτήτης shipowner Δίκαιο
πλους sea voyage Δίκαιο
πόλεμος war Δίκαιο
Πολιτεία State Δίκαιο
πολίτευμα πολιτικό σύστημα political system political regime Δίκαιο
πολίτης υπήκοος citizen national Δίκαιο
πολιτισμός civilisation culture Δίκαιο
πολιτιστικός cultural Δίκαιο
πολιτογράφηση naturalisation Δίκαιο
ποσόστωση quota Δίκαιο
πρακτικά records minutes Δίκαιο
πράκτορας agent Δίκαιο
πρακτορείο agency commission contract Δίκαιο
πράξη act Δίκαιο
προαπαιτώ to require to demand Δίκαιο
προασπίζω to protect to defend Δίκαιο
προβλέπω to provide Δίκαιο
πρόγραμμα programme Δίκαιο
προδιαγραφές standards Δίκαιο
προϊόντα products goods Δίκαιο
προκήρυξη announcement Δίκαιο
προμήθεια supply commission Δίκαιο
προμηθευτής provider supplier Δίκαιο
προνόμιο privilege benefit Δίκαιο
προοίμιο preamble Δίκαιο
προσάραξη stranding Δίκαιο
προσαρμογή adaptation implementation Δίκαιο
προσαρμόζομαι συμμορφώνομαι to comply with to conform to Δίκαιο
προσαρμόζω to adapt to adjust Δίκαιο
προσβάλλω to violate Δίκαιο
πρόσβαση access Δίκαιο
προσβολέας infringer """free rider""" Δίκαιο
προσδιορίζω to specify to define Δίκαιο
προσέγγιση approach Δίκαιο
προσήκω to be appropriate Δίκαιο
προσκρούω to be contrary to Δίκαιο
προσλαμβάνω to hire Δίκαιο
προσόν qualification skill Δίκαιο
προστασία protection Δίκαιο
προστατευτισμός protectionism Δίκαιο
προστηθείς servant person employed Δίκαιο
προστήσας principal employer Δίκαιο
πρόστιμο χρηματικό πρόστιμο fine pecuniary sanction Δίκαιο
προσύμφωνο preliminary agreement Δίκαιο
προσφεύγω to have recourse to to appeal Δίκαιο
προσφεύγων applicant appellant Δίκαιο
πρόσφορος suitable Δίκαιο
προσφυγή action proceedings Δίκαιο
προσωπικό personnel staff Δίκαιο
προσωπικότητα personality Δίκαιο
προσωποπαγής individual personal Δίκαιο
πρόταση proposal Δίκαιο
προτεραιότητα priority Δίκαιο
πρότυπο υπόδειγμα model Δίκαιο
προϋπόθεση όρος condition prerequisite Δίκαιο
προϋπολογισμός budget Δίκαιο
προώθηση promotion Δίκαιο
Πρύτανης Rector Δίκαιο
Πρωτόκολλο Protocol Δίκαιο
πρωτοτυπία originality Δίκαιο
πταίσμα λάθος fault error Δίκαιο
πτυχίο diploma degree Δίκαιο
πτώχευση bankruptcy Δίκαιο
πτωχός bankrupt Δίκαιο
πυλώνας pillar Δίκαιο
πυρκαϊά πυρκαγιά fire Δίκαιο
πώληση sale Δίκαιο
πωλητής seller Δίκαιο
πωλώ to sell Δίκαιο
ρητή explicit express Δίκαιο
ρήτρα clause contract term Δίκαιο
ρύθμιση regulation provision Δίκαιο
σήμα trade mark Δίκαιο
σκεπτικό reasoning Δίκαιο
σκέψη paragraph Δίκαιο
σπουδαστής φοιτητής student Δίκαιο
σπουδές studies education Δίκαιο
στάδιο stage Δίκαιο
στάση revolt rebellion Δίκαιο
στοιβασία stowage Δίκαιο
στοιβαστής stevedore Δίκαιο
στοιχείο element Δίκαιο
στόχος aim objective Δίκαιο
στρέβλωση distortion Δίκαιο
συγγενής relative Δίκαιο
συγκατάθεση συναίνεση consent Δίκαιο
συγκάτοχος co-occupant co-holder Δίκαιο
σύγκλιση convergence Δίκαιο
σύγκριση comparison Δίκαιο
συγκύριος co-owner Δίκαιο
συλλογισμός reasoning Δίκαιο
συμβάλλομαι to enter a contract Δίκαιο
συμβάλλω to contribute Δίκαιο
σύμβαση convention agreement Δίκαιο
σύμβαση-πλαίσιο contract-framework Δίκαιο
συμβατός compatible Δίκαιο
συμβιβάζομαι to comply to be compatible with Δίκαιο
συμβιβασμός compromise settlement Δίκαιο
συμβόλαιο contract Δίκαιο
συμβολαιογράφος notary public Δίκαιο
συμβολή contribution Δίκαιο
Συμβούλιο Council Δίκαιο
συμμετοχή participation Δίκαιο
συμμόρφωση conformity compliance Δίκαιο
συμπλήρωμα supplement Δίκαιο
συμπράξεις concentrations of undertakings Δίκαιο
σύμπραξη partnership Δίκαιο
συμφέρον interest Δίκαιο
συμφωνία agreement Δίκαιο
συμφωνώ to agree Δίκαιο
συναλλαγή transaction Δίκαιο
συναλλαγματική bill of exchange Δίκαιο
συναπόφαση co-decision Δίκαιο
συνάπτω to conclude Δίκαιο
συνασφάλιση co-insurance Δίκαιο
συνασφαλιστής co-insurer Δίκαιο
συναφής connected Δίκαιο
σύναψη conclusion Δίκαιο
συνέδριο congress Δίκαιο
συνέπεια consequence Δίκαιο
συνεργασία cooperation Δίκαιο
συνεργάτης collaborator Δίκαιο
συνέχεια continuity Δίκαιο
Συνθήκη Treaty Δίκαιο
Συνθήκη-πλαίσιο framework Treaty Δίκαιο
συννομέας co-possessor Δίκαιο
σύννομος lawful Δίκαιο
σύνορα frontiers border Δίκαιο
Σύνταγμα Constitution Δίκαιο
συνταγματικότητα constitutionality Δίκαιο
συνταξιοδότηση retirement Δίκαιο
συντονίζω to coordinate Δίκαιο
συντονισμός coordination Δίκαιο
συντονιστής coordinator Δίκαιο
σύσταση establishment recommendation Δίκαιο
σχέδιο design Δίκαιο
σωματείο association union Δίκαιο
σωρευτικά cumulatively Δίκαιο
ταξινόμηση classification Δίκαιο
ταυτόσημος having the same content or meaning Δίκαιο
ταυτότητα identity Δίκαιο
τεκμήριο presumption Δίκαιο
τελεσιδίκως finally on second degree Δίκαιο
τεχνογνωσία know-how Δίκαιο
τήρηση observance Δίκαιο
τίμημα price Δίκαιο
τιμωρούμαι to be punished Δίκαιο
τίτλος title formal qualification Δίκαιο
τομέας sector section Δίκαιο
τόμος volume Δίκαιο
τρικυμία tempest storm Δίκαιο
τριτανακοπή third-party proceedings Δίκαιο
τρίτοι third parties Δίκαιο
τρίτος third person Δίκαιο
τροποποίηση modification amendment Δίκαιο
τροποποιούμαι to be amended Δίκαιο
τροποποιώ to modify Δίκαιο
τυπικά typically formally Δίκαιο
τυποποίηση standardisation Δίκαιο
υιοθεσία υιοθέτηση adoption Δίκαιο
υπαίτιος liable culpable Δίκαιο
υπαιτιότητα culpability fault Δίκαιο
υπάλληλος μισθωτός employee servant Δίκαιο
υπαναχώρηση rescission Δίκαιο
υπαντιπροσωπεία assigned agency Δίκαιο
υπαντιπρόσωπος assignee agent Δίκαιο
υπασφάλιση under-insurance Δίκαιο
υπεραξία excess value Δίκαιο
υπεράσπιση defense Δίκαιο
υπεργολάβος subcontractor Δίκαιο
υπερεθνικός supranational supra-national Δίκαιο
υπερήμερος overdue Δίκαιο
υπερθεματιστής bidder Δίκαιο
υπερίσχυση predominance preponderance Δίκαιο
υπερισχύω υπερέχω to prevail Δίκαιο
υπέρμετρος excessive Δίκαιο
υπεροχή supremacy Δίκαιο
υπεύθυνος responsible Δίκαιο
υπηρεσία service Δίκαιο
υπογραφή signature Δίκαιο
υπογράφω to sign Δίκαιο
υπόθεση δικαστική υπόθεση case Δίκαιο
υποθήκη mortgage Δίκαιο
Υποθηκοφυλακείο Register Office Mortgage Registry Δίκαιο
υποκατάστατο substitute Δίκαιο
υποκατάστημα branch branch-office Δίκαιο
υπόμνημα memorandum Δίκαιο
υποσημείωση footnote Δίκαιο
υποτροπή relapse recidivism Δίκαιο
Υπουργείο Ministry Δίκαιο
Υπουργός Minister Δίκαιο
υποχρέωση obligation Δίκαιο
υποχρεωτικός compulsory obligatory Δίκαιο
φάση stage Δίκαιο
φεντεραλισμός federalism Δίκαιο
φιλελεύθερος liberal Δίκαιο
φοροδιαφυγή tax evasion Δίκαιο
φορολογία taxation Δίκαιο
φορολογούμενος taxpayer Δίκαιο
φόρος tax Δίκαιο
φορτηγίδα lighter barge Δίκαιο
φορτοεκφορτωτής man employed for loading and unloading lumper Δίκαιο
φόρτωση loading Δίκαιο
φορτωτής shipper Δίκαιο
φορτωτική bill of lading Δίκαιο
φροντιστήριο frontistirio institute providing supplementary education Δίκαιο
φύλαξη safe-keeping custody Δίκαιο
φύση nature Δίκαιο
χαρακτηριστικό characteristic Δίκαιο
χειραφέτηση emancipation Δίκαιο
χονδρέμπορος whole-sale merchant whole-sale dealer Δίκαιο
χορηγώ to grant to award Δίκαιο
χρηματοδότηση financing Δίκαιο
ψήφισμα resolution Δίκαιο
αγωγός contact Γλωσσολογία
αζιμουθιακός azimuthal Γλωσσολογία
αίτημα postulate Γλωσσολογία
αιτιακός causative Γλωσσολογία
αιτιότητα causality Γλωσσολογία
ακεραιότητα integrity Γλωσσολογία
ακροατής addressee hearer Γλωσσολογία
αλγοριθμικός algorithmic Γλωσσολογία
αλγόριθμος algorithm Γλωσσολογία
αλήθεια truth Γλωσσολογία
αληθές true Γλωσσολογία
αληθής true Γλωσσολογία
αληθοέπεια truth-functionality Γλωσσολογία
αληθοεπής truth-functional Γλωσσολογία
αληθο-πρεπής truth-preserving Γλωσσολογία
αλληλεπίδραση interaction Γλωσσολογία
αλλόφωνο allophone Γλωσσολογία
αλφαβητικός alphabetic Γλωσσολογία
αλφάβητο alphabet Γλωσσολογία
αμφισημία ambiguity Γλωσσολογία
αμφίσημος ambiguous Γλωσσολογία
αναγκαιότητα necessity Γλωσσολογία
αναδρομή αναπομπή anaphora Γλωσσολογία
ανακλαστικότητα αντανακλαστικότητα reflexivity reflectiveness Γλωσσολογία
ανακύκλωση recursiveness Γλωσσολογία
αναλυτικός analytic Γλωσσολογία
αναλυτικότητα analyticity Γλωσσολογία
ανανέωση renewal Γλωσσολογία
αναφορά reference Γλωσσολογία
αναφορικός referential Γλωσσολογία
αναφορικότητα aboutness referentiality Γλωσσολογία
ανθρώπινος human Γλωσσολογία
ανθρωποκεντρικός anthropocentric Γλωσσολογία
αντίθεση opposition contrast Γλωσσολογία
αντιθετικός contrastive Γλωσσολογία
αντικειμενικός objective empirically verifiable Γλωσσολογία
αντίφαση contradiction Γλωσσολογία
αντιφατικός contradictory Γλωσσολογία
αντωνυμία pronoun Γλωσσολογία
αξία τιμή value valeur Γλωσσολογία
αξίωμα axiom Γλωσσολογία
αόριστος aorist Γλωσσολογία
αόριστος indefinite Γλωσσολογία
απαγωγή παραγωγή deduction Γλωσσολογία
απαγωγικός παραγωγικός deductive Γλωσσολογία
απαλοιφή elimination Γλωσσολογία
απεικονιστικός iconic Γλωσσολογία
απεριόριστος infinite Γλωσσολογία
απόδειξη proof Γλωσσολογία
αποδειξιμότητα decidability Γλωσσολογία
αποδέκτης recipient Γλωσσολογία
αποδεκτός acceptable Γλωσσολογία
αποδεκτότητα acceptability Γλωσσολογία
απόδοση protasis consequent Γλωσσολογία
αποκωδικοποίηση decoding Γλωσσολογία
απόσταση distance Γλωσσολογία
αποτελεματικός resultative Γλωσσολογία
αποτελεσματικός effective Γλωσσολογία
απόφανση statement Γλωσσολογία
αποφατικός αρνητικός negative Γλωσσολογία
άρθρωση phonation Γλωσσολογία
άρνηση negation Γλωσσολογία
ασάφεια vagueness Γλωσσολογία
ασημάδευτος αμαρκάριστος unmarked Γλωσσολογία
ασυνέχεια discreteness Γλωσσολογία
αυθαιρεσία arbitrariness Γλωσσολογία
αυθαίρετος arbitrary Γλωσσολογία
αφεκτιβικός affective Γλωσσολογία
βάρος weight Γλωσσολογία
βιολογικός biological Γλωσσολογία
γεγονός fact Γλωσσολογία
γενετικός-μετασχηματιστικός generative-transformational Γλωσσολογία
γενίκευση generalization Γλωσσολογία
γενικευτικότητα genericness Γλωσσολογία
γλώσσα langue language system Γλωσσολογία
γλώσσα language Γλωσσολογία
γλωσσολογία linguistics Γλωσσολογία
γνωστικός cognitive Γλωσσολογία
γράμμα letter Γλωσσολογία
γραμματικοποίηση grammaticalization grammaticization Γλωσσολογία
γραμματικοποιώ grammaticalize grammaticize Γλωσσολογία
γραμματικός grammatical Γλωσσολογία
γραμμικότητα linearity Γλωσσολογία
γραπτός written language Γλωσσολογία
γραφή script graphic medium Γλωσσολογία
δάνειο loan word Γλωσσολογία
δεδομένα data Γλωσσολογία
δείγμα utterance-token Γλωσσολογία
δεικτικός deictic Γλωσσολογία
δείξη deixis Γλωσσολογία
δέκτης receiver Γλωσσολογία
δέντρο tree diagram tree Γλωσσολογία
δεσμεύω bind Γλωσσολογία
διαγλωσσικός cross linguistic cross-linguistic Γλωσσολογία
διαζευκτικός disjunctive Γλωσσολογία
διάζευξη disjunction Γλωσσολογία
διαίσθηση intuition Γλωσσολογία
διάταση intension Γλωσσολογία
διατενής διατασικός intensional Γλωσσολογία
διαχρονία diachrony Γλωσσολογία
διαχρονικός diachronic historical Γλωσσολογία
διάψευση falsification Γλωσσολογία
διεξοδικός explicit Γλωσσολογία
δομή structure Γλωσσολογία
δομικός structural Γλωσσολογία
δότης donor Γλωσσολογία
δραστηριότητα activity Γλωσσολογία
δυνατότητα possibility Γλωσσολογία
εγκέφαλος brain Γλωσσολογία
εγωκεντρικότητα egocentricity Γλωσσολογία
εισαγωγή introduction Γλωσσολογία
έκταση extension 3611
εκτενής εκτασικός extensional Γλωσσολογία
εκφραστικός expressive Γλωσσολογία
εκφώνημα utterance utterance-token 41
εκφώνηση utterance ο διαφορετικός όρος ""εκφώνημα""."
εκφωνώ utter Γλωσσολογία
ελλειπτικός elliptic Γλωσσολογία
έλλειψη ellipsis Γλωσσολογία
έμφαση emphasis Γλωσσολογία
εμφατικός emphatic Γλωσσολογία
εναντιωματικός adversative Γλωσσολογία
ενδεικτικότητα indexicality Γλωσσολογία
ενεστώτας present Γλωσσολογία
έννοια concept Γλωσσολογία
έννοια sense Γλωσσολογία
ενστικτώδης intuitive Γλωσσολογία
εξέλιξη development Γλωσσολογία
εξωγλωσσικός extralinguistic Γλωσσολογία
επαγωγικός inductive Γλωσσολογία
επακολουθητικός sequential Γλωσσολογία
επαλήθευση verification Γλωσσολογία
επαληθευσιμότητα truth-conditionality Γλωσσολογία
επανενίσχυση reinforcement Γλωσσολογία
επίθετο adjective Γλωσσολογία
επικοινωνία communication Γλωσσολογία
επιστημικός epistemic Γλωσσολογία
επιστημονικός scientific Γλωσσολογία
επιτυχία felicity Γλωσσολογία
επιφώνημα interjection Γλωσσολογία
ερώτηση question Γλωσσολογία
ετυμολογία etymology Γλωσσολογία
ετυμολογικός etymological Γλωσσολογία
θαμιστικό habitual Γλωσσολογία
θαμιστικότητα habituality Γλωσσολογία
θέμα theme Γλωσσολογία
θετικός positive Γλωσσολογία
θεώρημα theorem Γλωσσολογία
ιδέα idea Γλωσσολογία
ιδεογραφικός ideographic Γλωσσολογία
ιεραρχία hierarchy Γλωσσολογία
ιεραρχικός hierarchical Γλωσσολογία
ισοδυναμία equivalence Γλωσσολογία
ισομορφία isomorphy Γλωσσολογία
ισομορφισμός isomorphism Γλωσσολογία
ισχυρός έγκυρος valid Γλωσσολογία
ισχύς validity Γλωσσολογία
καθαρότητα purity Γλωσσολογία
καθολικός universal Γλωσσολογία
καθολικότητα universality Γλωσσολογία
καμπύλη curve Γλωσσολογία
κανονιστικός prescriprive Γλωσσολογία
κατάκτηση απόκτηση acquisition Γλωσσολογία
κατακτώ αποκτώ acquire Γλωσσολογία
κατάληξη ending Γλωσσολογία
κατανομή distribution Γλωσσολογία
κατηγόρημα predicate Γλωσσολογία
κατηγόρηση predication Γλωσσολογία
κατηγορία category Γλωσσολογία
κειμενιακός κειμενικός textual Γλωσσολογία
κείμενο text Γλωσσολογία
κινηματικός kinesic Γλωσσολογία
κοινωνικός social Γλωσσολογία
κοινωνιογλωσσολογία sociolinguistics Γλωσσολογία
κουτί box diagram box Γλωσσολογία
κτητικό possessive Γλωσσολογία
κώδικας code Γλωσσολογία
κωδικοποίηση encoding Γλωσσολογία
κωδικοποιώ encode Γλωσσολογία
λειτουργία function Γλωσσολογία
λειτουργικός functional Γλωσσολογία
λέξη word Γλωσσολογία
λέξημα lexeme Γλωσσολογία
λεξιλόγιο vocabulary Γλωσσολογία
λογική logic Γλωσσολογία
λογικός logical Γλωσσολογία
λογισμός calculus Γλωσσολογία
λόγος parole language-behavior Γλωσσολογία
λόγος speech Γλωσσολογία
μακρογλωσσολογία macrolinguistics Γλωσσολογία
μακροσκοπικός macroscopic Γλωσσολογία
μαρκαρισμένος σημαδεμένος marked Γλωσσολογία
μέλλων future Γλωσσολογία
μετα- meta- Γλωσσολογία
μεταγλώσσα metalanguage Γλωσσολογία
μεταγλωσσικός metalinguistic Γλωσσολογία
μετάδοση transmission Γλωσσολογία
μετάθεση displacement Γλωσσολογία
μεταθεώρημα metatheorem Γλωσσολογία
μεταθεωρία metatheory Γλωσσολογία
μεταμαθηματικός metamathematical Γλωσσολογία
μετα-μεταβλητή meta-variable Γλωσσολογία
μετασχηματισμός transformation Γλωσσολογία
μεταφορά metaphor Γλωσσολογία
μετωνυμία metonymy Γλωσσολογία
μετωνυμικός metonymic Γλωσσολογία
μήνυμα message Γλωσσολογία
μη-τροπικός non-modal Γλωσσολογία
μηχανισμός apparatus Γλωσσολογία
μηχανιστικός mechanical Γλωσσολογία
μικρογλωσσολογία microlinguistics Γλωσσολογία
μονάδα unit Γλωσσολογία
μονοθέσιο μονότοπο one-place predicate Γλωσσολογία
μοντέλο model Γλωσσολογία
μόριο particle Γλωσσολογία
μορφή τύπος form Γλωσσολογία
μορφολογικός morphological Γλωσσολογία
νεογραμματικοί Junggrammatiker Neogrammarians Γλωσσολογία
ν-θέσιο ν-τοπο n-place predicate Γλωσσολογία
ολοφραστικός holophrastic Γλωσσολογία
ομιλητής speaker Γλωσσολογία
ομιλία langage language Γλωσσολογία
ομοιογένεια ομογένεια homogeneity Γλωσσολογία
όνομα noun Γλωσσολογία
ονοματοθεσία naming Γλωσσολογία
ονοματοποιΐα onomatopoeia Γλωσσολογία
οντογένεση ontogenesis Γλωσσολογία
οντολογικός ontological Γλωσσολογία
οντότητα entity Γλωσσολογία
ορθότητα correctness Γλωσσολογία
όρισμα argument Γλωσσολογία
ορισμός definition Γλωσσολογία
ουδέτερος neutral Γλωσσολογία
ουσία substance medium Γλωσσολογία
όψη aspect Γλωσσολογία
παραγλώσσα paralanguage Γλωσσολογία
παραγλωσσικός paralinguistic Γλωσσολογία
παραγωγή derivation Γλωσσολογία
παραγωγικότητα productivity Γλωσσολογία
παραγωγιμότητα deducibility Γλωσσολογία
παράδειγμα paradigm Γλωσσολογία
παραδειγματικός paradigmatic associative Γλωσσολογία
παράθεση quotation Γλωσσολογία
παραθετική quotative Γλωσσολογία
παρακείμενος perfect Γλωσσολογία
παραλληλισμός parallelism Γλωσσολογία
παραμετρικός parametric Γλωσσολογία
παράμετρος parameter Γλωσσολογία
παραχώρηση concession Γλωσσολογία
παραχωρητικός concessive Γλωσσολογία
παρένθεση parenthesis Γλωσσολογία
παρετυμολογία λαϊκή ετυμολογία folk etymology Γλωσσολογία
παρόν present Γλωσσολογία
πεδίο scope Γλωσσολογία
πεπερασμένος finite Γλωσσολογία
περιγραφή description Γλωσσολογία
περιγραφικός descriptive Γλωσσολογία
περιεχόμενο content Γλωσσολογία
περίσταση situation Γλωσσολογία
περιστατικό event Γλωσσολογία
περιφερειακός peripheral Γλωσσολογία
περιφραστικός periphrastic Γλωσσολογία
πληρότητα completeness Γλωσσολογία
πληροφόρηση information Γλωσσολογία
πληροφορία information Γλωσσολογία
πολικός polar Γλωσσολογία
πομπός sender addresser Γλωσσολογία
ποσοδεικτικός quantificational Γλωσσολογία
πράγμα αντικείμενο object Γλωσσολογία
πραγματικότητα reality Γλωσσολογία
πραγματολογικός pragmatic Γλωσσολογία
πραγματολογία pragmatics Γλωσσολογία
πραγμάτωση εκφώνηση utterance utterance act 3611
πράξη action Γλωσσολογία
προθεωρητικά protheoretically Γλωσσολογία
προκείμενη premise Γλωσσολογία
προστακτική imperative Γλωσσολογία
προσωδιακός prosodic Γλωσσολογία
πρόσωπο person Γλωσσολογία
πρόταση sentence Γλωσσολογία
πρότυπο standard Γλωσσολογία
προϋπόθεση presupposition Γλωσσολογία
πρωτο-Ινδοευρωπαϊκή πρωτο-ΙΕ proto-IE Γλωσσολογία
πρωτοτυπικός prototypical Γλωσσολογία
πρωτοτυπικότητα prototypicality Γλωσσολογία
ρευστότητα fluidity Γλωσσολογία
ρήμα verb Γλωσσολογία
ρητορικός rhetorical Γλωσσολογία
σημαδεύω mark Γλωσσολογία
σημαινόμενο signified signifié Γλωσσολογία
σημαίνον signifier signifiant Γλωσσολογία
σημασία meaning Γλωσσολογία
σημασιολογία semantics Γλωσσολογία
σημασιολογικός semantic Γλωσσολογία
σημασιο-πρεπής meaning-preserving Γλωσσολογία
σημείο sign Γλωσσολογία
συγκεκριμένος specific Γλωσσολογία
σύγκριση comparison Γλωσσολογία
συγχρονία synchrony Γλωσσολογία
συγχρονικά synchronically Γλωσσολογία
συγχρονικός synchronic descriptive Γλωσσολογία
συγχώνευση bondedness Γλωσσολογία
σύζευξη σύμπλεξη conjunction Γλωσσολογία
συλλαβή syllable Γλωσσολογία
συλλαβικός syllabic Γλωσσολογία
συλλογισμός argument logical argument Γλωσσολογία
συμβατικοποίηση conventionalization Γλωσσολογία
σύμβολο symbol Γλωσσολογία
συμπαράθεση collocation Γλωσσολογία
συμπαράταξη concatenation Γλωσσολογία
συμπέρασμα conclusion Γλωσσολογία
σύμπλεγμα cluster Γλωσσολογία
συμπλεκτικό συζευκτικό conjunctive Γλωσσολογία
συμφραζόμενα context Γλωσσολογία
συμφραστικός contextual Γλωσσολογία
σύμφωνο consonant Γλωσσολογία
συναγωγή inference Γλωσσολογία
συνάρτηση function Γλωσσολογία
συναρτητής functor Γλωσσολογία
σύνδεσμος conjunction Γλωσσολογία
συνδετικό connective Γλωσσολογία
συνεπαγωγή implication Γλωσσολογία
συνέπεια consistency Γλωσσολογία
συνέχεια continuity Γλωσσολογία
συνεχές continuum Γλωσσολογία
σύνθεση composition Γλωσσολογία
συνθετικό conjunct Γλωσσολογία
συνθετικός compositional Γλωσσολογία
συνθετικότητα compositionality Γλωσσολογία
σύνολο set Γλωσσολογία
συνομιλιακός conversational Γλωσσολογία
συνοχή cohesion Γλωσσολογία
συνταγματικός syntagmatic Γλωσσολογία
συντακτικός syntactic Γλωσσολογία
σύνταξη syntax Γλωσσολογία
συνωνυμία synonymy Γλωσσολογία
συνώνυμος synonymous Γλωσσολογία
σύστημα system Γλωσσολογία
συχνότητα frequency Γλωσσολογία
τακτικός ordinary Γλωσσολογία
ταυτολογία tautology Γλωσσολογία
ταυτολογικός tautological Γλωσσολογία
τομή intersection Γλωσσολογία
τονισμός stress Γλωσσολογία
τόπος place Γλωσσολογία
τροπικός modal Γλωσσολογία
τροπικότητα modality Γλωσσολογία
τρόπος manner mode Γλωσσολογία
τυπολογικός typological Γλωσσολογία
τυποποίηση formalization Γλωσσολογία
υγιής sound Γλωσσολογία
υπαρκτικός existential Γλωσσολογία
υπερεγώ superego Γλωσσολογία
υπερθετικός superlative Γλωσσολογία
υπερσυντέλικος pluperfect Γλωσσολογία
υπόθεση υποθετική πρόταση conditional Γλωσσολογία
υπόθεση antecedent Γλωσσολογία
υποθετικός conditional Γλωσσολογία
υποκειμενικότητα subjectivity Γλωσσολογία
υποκείμενο subject Γλωσσολογία
υπονόημα implicature Γλωσσολογία
υποσύνολο subset Γλωσσολογία
υποτακτική subjunctive Γλωσσολογία
υπωνυμία hyponymy Γλωσσολογία
φθόγγος sound Γλωσσολογία
φθορά corruption Γλωσσολογία
φόρμουλα τύπος formula Γλωσσολογία
φράση phrase Γλωσσολογία
φυλογένεση phylogenesis Γλωσσολογία
φυσικός physical Γλωσσολογία
φυσιολογικός physiological Γλωσσολογία
φωνή voice Γλωσσολογία
φωνήεν vowel Γλωσσολογία
φώνημα phoneme Γλωσσολογία
φωνηματικός